Απομνημονεύματα
Bιβλίον B΄
Μακρυγιάννης Ιωάννης
Εκτύπωση
[ Kεφάλαιον πρώτον ]

Σε δυο τρεις ημέρες ήρθε ο Κυβερνήτης. Πήγε εις τ’ Ανάπλι, περίλαβε τα κάστρα, ήρθε εις την Αίγινα, ορκίστη με μεγάλη παράταξιν να φυλάξη τους νόμους της πατρίδος και μ’ αυτούς να μας κυβερνήση. Τότε έβαλε πρώτα, οργάνισε τα στρατέματα εις χιλιαρχίες. Οργάνισε και το πολιτικό. Φωνάζει τους βουλευτάς και τους λέγει να διαλυθούν διά το παρόν και ύστερα προσκαλεί την Συνέλεψη την Εθνική και γίνεται το Βουλευτικόν σώμα. Οι βουλευταί δεν μπορούσαν να κάμουν αλλοιώς, διαλύθηκαν κατά τον λόγο του Κυβερνήτη. Τότε έφκειασε το Πανελλήνιον, ορκίστη κι’ αυτός να κυβερνήση εφτά χρόνια. Δεν θυμήθη ο Κυβερνήτης· όταν ορκίστη διά εφτά χρόνια, ορκίστη στο σύνταμα – κι’ αυτός ευτύς το χάλασε.
     Έκαμε τον Υψηλάντη στρατάρχη εις της χιλιαρχίες. Η κάθε χιλιαρχία ήταν από χίλιους εκατόν είκοσι ανθρώπους. Χιλίαρχοι Τζαβέλας, Χατζηπέτρος, Στράτος, Κριτζώτης, Καρατάσιος, Βάσιος, Δυοβουνιώτης, Τόλιας, Χατζηχρήστος, Ομορφόπουλος, Χορμόβας κι’ αχώρια η φρουρά του Υψηλάντη. Στη Δυτική Ελλάδα πήγε ο Γαρδικιώτης με την χιλιαρχίαν του, όσο να οργανιστούν και οι άλλοι και να είναι με τον Γκενεράλη Τζούρτζη. Ο Υψηλάντης με δεκατέσσερες χιλιάδες περίτου κάθεταν εις τα Μέγαρα. Οι Τούρκοι καταπλάκωσαν την Ρούμελη – και τ’ ασκέρια αυτά, το άνθος των Ελλήνων (κι’ άλλα τόσα έβγαζε από την Δυτική Ελλάδα) όλοι στράβωναν μυίγες. Και οι Τούρκοι παντού κάναν ό,τι θέλαν. Και εις Έγριπον και εις Αθήνα δεν είχαν ψωμί οι Τούρκοι. Και χωρίς να ρίχναμεν ντουφέκι τούς παίρναμεν, κι’ όχι ν’ αγοράσωμεν πίσου τους τόπους. Ρώτησαν τον Κυβερνήτη· «Διατί χάλασες τους νόμους και το Βουλευτικόν;» Είπε· «Δεν το ’θελε η Ευρώπη». Κι’ αν ήταν ’λικρινής άνθρωπος, να έλεγε των Ευρωπαίγων ότι· «Εγώ δεν πάγω εις την πατρίδα μου να γένω επίγιορκος, να χαλάσω εκείνο οπού απόχτησαν με ποταμούς αίματα».
     Τότε έκαμε και το κράτος εις τμήματα. Οργάνισε κι’ εμένα με τους Αθηναίους και Μισολογγίτες. Με διόρισε Γενικόν Αρχηγόν της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Και μέρασα την εκτελεστική δύναμη κι’ εγώ φέρνω γύρα τους νομούς. Και ο σταθμός μου είναι εδώ, εις Άργος. Πήρε την επιρροή των ανθρώπων ο Κυβερνήτης. Ήταν μπεζερισμένοι όλοι από την ακαταστασίαν. Δυο χρόνια κοντά μας κυβέρνησε αγγελικά. Και μας γύμναζε και την οικονομίαν. Ότι κι’ ο Κυβερνήτης μας μίαν κόττα έτρωγε τέσσερες ημέρες.
     Ένας βασιλέας μια φορά είχε πεθάνη και δεν άφησε διάδοχον εις το βασίλειόν του· και οι άνθρωποι γύρευαν άνθρωπον μ’ αρετή να τους κυβερνήση. Εκεί ήταν ένας δεσπότης πολλά ενάρετος. Είχε ένα δίχτυ κι’ όταν θα ’τρωγε ψωμί, το πάγαινε ο διάκος και το ’στρωνε· κι’ έτρωγε απάνου στο δίχτυ. Οι άνθρωποι οπού δεν είχαν βασιλέα είδαν αυτόν τον άγιον δεσπότη με τόση αρετή και τον θέλουν διά βασιλέα τους. Πήγε όλος ο κόσμος και τον πήραν και τον θρόνιασαν. Αφού τον κάμαν βασιλέα, τότε το βράδυ ο δυστυχής διάκος παίρνει το δίχτυ να το στρώση να φάγη ο βασιλέας. Τότε το ’χει μίαν κατακεφαλιά του διάκου και του λέγει· «Βρε αχρείε, το ψάρι οπού γυρεύαμεν τόσα χρόνια, κι’ αφανιστήκαμεν τρώγοντας εις το δίχτυ, το πιάσαμεν· και τώρα σ’ αυτό μου φέρνεις να φάγω; Φέρε τραπέζια και συγύρια λαμπρά κι’ ο Θεός να μη μας το χρωστάγη να ξαναϊδούμεν το δίχτυ». Κι’ ο Κυβερνήτης μας σπούδαζε τους Έλληνες την οικονομίαν όσο να τους μπερδέψη με το δίχτυ. Όμως οι λύκοι οπού τρώγαν τα πρόβατα δεν ψόφησαν – γέννησε κι’ άλλους πολλούς ο Κυβερνήτης μας κι’ ο Αγουστίνος κι’ ο Βιάρος. Φωνάζουν όλοι οι Έλληνες – ο Βιάρος κι’ ο Αγουστίνος λένε των αγωνιστών· «Σύρτε διακονέψετε». Και οι σπιγούνοι πλερώνονται βαριά να μαθαίνουν τι κάνουν οι άνθρωποι εις τα σπίτια τους. Κι’ από αυτό φαίνεται ότι είναι μακρυά από την δικαιοσύνη του Θεού. Οι Έλληνες, Κυβερνήτη, διψούσαν δι’ αρετή και διά πατριωτισμόν, να τους σώσης από τα δεινά τους καθώς έσωσε ο Βάσιχτον την πατρίδα του Αμερική και του κάνουν τρόπαια και θα του κάνουν όσο στέκει ο κόσμος, ότι του ανήκουν – λευτέρωσε την πατρίδα του. Εσύ ο Έλληνας, ο φωτισμένος, ο ζυγωμένος εις τους δυνατούς, αν ήθελες να τους μιλήσης ως τίμιος Έλληνας, ως Κυβερνήτης αυτεινών των δυστυχισμένων, οπού κάθε στιμή έγραφες να σ’ εκλέξουν Κυβερνήτη, κι’ ο Κολοκοτρώνης κι’ ο Μεταξάς κι’ η συντροφιά σε έκλεξαν, πού είναι η δικαιοσύνη σου; Αν είχες αρετή, εκεί οπού σου είπαν οι δυνατοί δεν κάνει σύνταμα εις την Ελλάδα, δεν θα τους έλεγες εσύ· «Μήνα το ’φκειασα εγώ να τους το χαλάσω; Το ’χουν φκειασμένο μ’ αίμα και με δυστυχίες. Τώρα που θα λάβω τα χρέη του Κυβερνήτη εγώ θα ορκιστώ σ’ αυτό το σύνταμα – πώς μπορώ να γένω επίορκος;» Και του Σουλτάνου να το ’λεγες με τρόπον θα συνκατάνευε, όχι οι ευεργέται μας χριστιανοί. Κι’ αν δεν θέλαν, τότε να μην έρθης. Τότε λεγέσουνε κι’ όντως Χρυσόστομος κι’ η πατρίδα σου θα σ’ ευγνωμονούσε και θα σ’ έλεγε ευεργέτη της. Κι’ είχες τον τόπον των ευεργέτων· κι’ ερχόσουν και σε θεωρούσε ως τοιούτον· κι’ ας μην ήσουν κυβερνήτης – τότε ήσουνε καλύτερος. Ότι θα την γλύτωνες από τους λύκους. Τώρα, ήταν λύκοι, έφκειασες κι’ αρκούδια. Όλα τα είχαμεν, σπιγούνους δεν είχαμεν· τώρα έγειναν οι περισσότεροι Έλληνες. Και δεν έγιναν μόνοι τους, τους κάνεις η Εξοχότη σου, ο Βιάρος, ο Αγουστίνος δίνοντάς τους βαθμούς, θέσες, χρήματα, βαργειές πλερωμές ανθρώπων οπού δεν έχουν δικαιώματα. Των αγωνιστών πολλών τους λέτε· «Σύρτε διακονέψετε». Τότε όλοι θα γένουν σπιγούνοι. Κι’ αυτό το σκολείον θα φάγη την λευτερία μας· κι’ αυτείνη την λευτερίαν, Κυβερνήτη μου, δεν την ηύραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τζόφλιο· ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου, εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν.
     Την συνείδησίν μου, αδελφοί αναγνώστες, την έχω ελεύτερη. Πολλές φορές τού μίλησα και δι’ αυτά έπεσα εις την οργήν του. Όταν μ’ έβαλε εις την ’πηρεσίαν ο Κυβερνήτης, μου είπε ότι θέλει δικαιοσύνη. Του είπα· «Όταν ιδής αναφορά αναντίον μου, τότε παίδεψέ με με την ζωήν μου εμένα κι’ εκείνους οπού ’χω εις την οδηγίαν μου». Σε καμπόσον καιρό πιάστη φίλος με τον Κολοκοτρώνη – μεσίτης ήταν κι’ ενεργητής ο Μεταξάς – και τότε όλοι αυτείνοι έγιναν ένα και οι Σουλιώτες. Αφού πήρε όλους αυτούς, άρχισαν να κατατρέχουν τους Ρουμελιώτες και να βάνουν αξιωματικούς ανθρώπους χωρίς δικαιώματα, όσους ήθελαν ο Τζαβέλας και οι άλλοι. Όταν ήταν ο πόλεμος, πολλοί από αυτούς δεν ήταν εις τον αγώνα – ευτύς αξιωματικούς. Πληρεξούσιος των αρμάτων ήταν ο Αγουστίνος, του πολέμου ο Βιάρος – κι’ όλα τελείωναν.
     Ήρθε μία γυναίκα ενού αγωνιστού εδώ στ’ Άργος, οπού ’ταν ο Πληρεξούσιος. Ήταν ενού σκοτωμένου, του Χαλμούκη, γενναίου κι’ άξιου αγωνιστή και τίμιου· εσκοτώθη και άφησε δυστυχισμένη την γυναίκα του και παιδί του. Και μου την στείλαν απόξω ο Πανουργιάς κι’ άλλοι. Την πήρα και την πήγα του Πληρεξούσιου. Ήταν με τον αρχηγόν Κολοκοτρώνη οπού κάθεταν. Του μίλησα διά την γυναίκα. Μ’ αποκρίνεται ο Αγουστίνος και μου λέγει· «Όλοι οι Ρουμελιώτες είστε διά παλούκι. – Έχεις δίκιο, του είπα, ότι όταν ήρθες ήσουνε απλός πολίτης και τώρα έχεις νιφόρμα γκενεράλη και δέκα άτια εις τον ταβλά σου. Και χωρίς να φκειάσης παλούκια διά τους Ρουμελιώτες, όλοι παλουκώθηκαν μόνοι τους – και τους άλλους οπού μείναν ολοένα τους παλουκώνετε. Δεν είναι λόγια, είναι έργα· και μην κοπιάζεις άλλο και γνωρίσαμεν την διάθεσίν σας οπού ’χετε σ’ εμάς». Τότε μου λέγει ο Κολοκοτρώνης· «Όλοι πολεμήσαμεν κι’ εσείς είστε εις την δούλεψη και παίρνετε μιστόν κι’ εμείς καθόμαστε έτσι. – Εσύ είσαι ζημιωμένος, του λέγω, και οι συντρόφοι σου, οπού γενήκατε Κιαμιλμπέηδες; Κι’ εμείς οπού παίρνομεν είκοσι πέντε γρόσια μιστόν εγίναμεν νοικοκυραίγοι!1 Κι’ αυτά τ’ αφίνομεν εις τον τόπο σας, οπού αγοράζομεν ψωμί και τρώμε. Αφού σας φκειάσαμεν το Ρωμαίικον, βλαφτήκετε οπού μας κάμετε και είλωτες· κι’ ως άχρηστοι θα μας παλουκώσετε – διατί χύσαμε το αίμα μας δι’ αυτείνη την πατρίδα και τίποτας δεν κερδέσαμεν. Τι λευτερίαν ’νεργάτε να μας κάμετε την βλέπομεν. Την γης οπού λευτερώσαμεν με τους αγώνες μας κι’ αίματά μας την δίνετε και την αγοράζουν οι συντρόφοι σας, εκείνοι οπού μας κάναν σίγρι όταν σκοτωνόμαστε. Αυτείνοι τα χαίρονται· αυτείνοι αγοράζουν ένα γρόσι το στρέμμα την γης, άγρια και ήμερη, την αγοράζουν κι’ όσ’ είναι κολάκοι σας και σπιγούνοι σας. Εμάς γυρεύετε να μας παλουκώσετε. Οι παλουκωμένοι – άλλο παλούκι δεν μπαίνει. Κι’ όταν με ματαϊδής, βάλε μου μίαν βούλλα εις το μέτωπον!». Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος δεν ματαμίλησα αυτεινού του προκομμένου ανθρώπου, του Αγουστίνου, μ’ όλον οπού ’βαλε πολλούς φίλους μου και μου είπαν να πάγω· ποτές ως σήμερον δεν τον αντάμωσα.
     Ο Κυβερνήτης μας άρχισε να ξηγέται τα αιστήματά του εις ανθρώπους οπού ’χαν την αρετή του και να βγαίνουν οι πατρικοί του σκοποί έξω. Τον Χαράλαμπο Παπαπολίτη πατριώτη μου, αφού ήτανε τουρκοκοτζάμπασης και φίλος του Μαυροκορδάτου, τον σύστησε αυτός του Κυβερνήτη. Ως τοιούτος συστημένος ο Παπαπολίτης, του είπε ο Κυβερνήτης μας ότι η Ρούμελη δεν μπορεί να λευτερωθή – και τι την θέλομεν; Όσοι Έλληνες μείναν ζωντανοί χωρούνε εις την Πελοπόννησο. Όμως να ’νεργήση ο Παπαπολίτης να μπούνε οι Λιδορικιώτες μέσα εις την Πελοπόννησο. Και είπε κι’ αλλουνών τοιούτων. Αυτό έδινε χέρι και του Κυβερνήτη μας. Από τον Ισθμόν της Κόρθος και μέσα έμενε η Εξοχότη του ένας πρίτζηπας κι’ ο Κολοκοτρώνης αρχιστράτηγος και τ’ αδέλφια του Κυβερνήτη μας και οι φίλοι του Κολοκοτρώνη δικαιοκράτες· και τότε η πατρίς λάβαινε την τύχη της εις αυτό – οι Έλληνες ραγιάδες αυτεινών κι’ αυτείνοι αφεντάδες. Δι’ αυτούς κάψαμε τα σπίτια μας, δι’ αυτούς χάσαμε τους ανθρώπους μας, δι’ αυτούς σκοτωθήκαμεν. Και τηράξετε μεγάλη γνώση οπού ’χουν όσοι πάνε εις την Ευρώπη – και ήρθαν να μας κυβερνήσουνε· να γένουν οι Ρουμελιώτες είλωτες αυτεινών! Δεν θέλω να κάμω καμμίαν παρατήρησιν εγώ και κάμετέ την εσείς οι αναγνώστες, αν θα ’μενε κανένας ζωντανός από αυτούς διά να μην τελεσφορήση αυτό. Ήταν τυχερόν και μαθεύτηκε ύστερα, οπού το είδε και ο Μαυροκορδάτος.
     Όταν ο Κυβερνήτης μας έδειχνε πατριωτικά αιστήματα, τον πίστεψαν ως αληθινόν και τον συντρόφεψαν οι τίμιοι άνθρωποι και συνφώνως κυβερνήθη ο τόπος αγγελικά. Ύστερα τραβήχτηκαν όλοι κι’ έπεσε διχόνοια. Όταν ήταν ’λικρινείς άνθρωποι με τον Κυβερνήτη μας, ήταν καλή κυβέρνηση. Όταν προσκολλήστη με την λοιμική των καλοθελητών της πατρίδας, οπού μο ’λεγε πρώτα να προσέχω απ’ ούλους αυτούς, ότ’ είχε υποψίαν να μην δεν γυρίσουν με την Εξοχότη του, τότε αυγερώθη κι’ έγινε ένα μ’ αυτούς. Του λέγω· «Κυβερνήτη, αυτείνοι κάνουν εκείνο, εκείνο, καθώς μου είπες να προσέχω. – Αυτείνοι είναι οι καλύτεροι άνθρωποι και δεν θέλω ν’ ακούγω κατηγορία δι’ αυτούς. – Του λέγω, δεν τους κατηγορώ, αλλά μου είπες μόνος σου να προσέχω και σου τα είπα. Όταν η Εξοχότη σου λες ότ’ είναι καλοί, εγώ δεν ματαλέγω τίποτας. – Έλα το γιόμα να φάμε ψωμί και σου λέγω». Πήγα. Τελειώνοντας το φαγί, μου λέγει· «Τους μίλησα και είναι σε ορθόν δρόμον· και να είσαι φιλιωμένος κι’ όμορφα εις την ’πηρεσίαν σου. – Του λέγω, μη σε μέλει. Κι’ όταν δης τίποτα, παίδεψέ με».
     Κι’ εσείς οι αναγνώστες τηράτε, όσον καιρόν ήταν με την δικαιοσύνη, πώς ήταν η πατρίδα· όταν πήρε αυτούς, πού κατήντησε αυτός και η πατρίδα. Τηράτε της ’φημερίδες· θα ιδήτε αυτούς αφεντάδες και όλους τους τίμιους κατατρεμένους απ’ ούλους αυτούς. Τότε χάθη και τ’ όνομα Αγιάννης και τον έλεγαν απατεώνα. Ότι η δυστυχισμένη πατρίδα είναι ατυχής από κυβέρνησιν αρχή ως τώρα. Ο Θεός ας την κυβερνήση και σωθή κατά τους αγώνες της.
     Ο Υψηλάντης είδε τον δόλον του Κυβερνήτη – δεν μπόρεσε να τον βάλη εις τον όρκον του. Τότε άρχισε να τον κατατρέχη κι’ έβαλε τον μαρσιάλη Αγουστίνο και το ’κανε χιλιάδες αντενέργειες να τον βγάλη από αυτείνη την θέσιν, να τον αφήση μόνον του. Τότε, διά να ’πιτύχουν αυτό, έκαναν τους ανθρώπους, οπού ήταν εις της χιλιαρχίες ασήμαντοι με μικρόν βαθμόν, τους έδινε ανώτερον ο Αγουστίνος και τράβαγε πολλούς τοιούτους από της χιλιαρχίες του Υψηλάντη· κι’ έφκειασε αξιωματικούς πλήθος τοιούτους κι’ αδίκησε εκείνους οπού ’χαν δικαιώματα. Και τοιούτως έκαμε κι’ ο Αγουστίνος σώμα τραβώντας κι’ από τον Υψηλάντη κι’ από τον Τζούρτζη. Οι Έλληνες φτωχοί και πήγαιναν εις τον αδελφόν του Κυβερνήτη. Οι Ρουμελιώτες έβλεπαν τον χαμό της Ρούμελης κι’ όλο γιόμωζε νέους Τούρκους. Ο Κυβερνήτης δεν ήθελε να βγούνε ασκέρια έξω. Οι φίλοι του οι Ρουμελιώτες, ο Παπαπολίτης κι’ άλλοι, έγραψαν του Κυβερνήτη ότι «εις την Πάτρα και Καστέλλια κουβαλούνε πλήθος ζαϊρέ οι Τούρκοι και πάρε μέτρα». Τότε ο Κυβερνήτης στέλνει τον Τζαβέλα με την χιλιαρχίαν του εις το Λιδορίκι. Στην χιλιαρχία ήταν όλο Ρουμελιώτες, οι περισσότεροι Λιδορικιώτες και Κραβαρίτες κι’ από αυτά τα μέρη. Συνομίλησαν όλοι, βλέποντας την πατρίδα τους και τα σπίτια τους γιομάτα Τούρκους· του λένε του Τζαβέλα· «Θα βαρήσουμεν τους Τούρκους». Τότε στανικώς ο Τζαβέλας, ότι θα να ’μενε μόνος του και μπορούσε να κιντυνέψη (ότι συνάχτηκαν όλοι οι κάτοικοι Λιδορικιού και Κράβαρι), βάρεσε εις το Λιδορίκι, η χιλιαρχία και οι κάτοικοι, και τους χάλασαν και τους διώξαν τους Τούρκους από κει. Ήταν και εις το Κράβαρι Τούρκοι. Πιάσαν τα στενά οι ντόπιοι και οι άλλοι, τους σκότωσαν και πιάσαν και τον Πρεβίστα και άλλους πολλούς Τούρκους ζωντανούς. Τότε ο καλός κι’ αγαθός πατριώτης ο Υψηλάντης έστειλε και τον Στράτο με την χιλιαρχία του κι’ ανταμώθηκαν όλοι με τον Τζαβέλα και κατοίκους και πολέμησαν παντού τους Τούρκους· και εις Καρπενήσι τούς χάλασαν κι’ από κει. Και συνχρόνως εβήκε κι’ ο Υψηλάντης και τους πολέμησε παντού τους Τούρκους μ’ όλες της χιλιαρχίες. Κι’ αφάνισαν τους Τούρκους και λευτέρωσαν την Ανατολική Ελλάδα.
     Εις την Φήβα είχαν οι Τούρκοι ορδί. Ρίξαν και οι εδικοί μας και πολέμησαν τους Τούρκους καμπόσον καιρόν· ότι πήγαιναν κι’ από την Έγριπον πλήθος Τούρκοι. Και πολεμούσαν νύχτα και ημέρα αντρείως, οι Τούρκοι και οι Έλληνες, και σκοτώνονταν κι’ από το ’να το μέρος κι’ από τ’ άλλο.
     Ο Γκενεράλη Τζούρτζης ήταν εις την οργή του Κυβερνήτη μας κι’ όσοι ήταν μαζί του. Πολεμούσαν γενναίως εις το Μακρυνόρο κι’ αλλού. Δεν μπορούσαν να περάσουνε ζαϊρέδες οι Τούρκοι και παραδόθηκε η Βόνιτζα, ο Κραβασαράς, το Μισολόγγι και τ’ άλλα τα μέρη οπού βαστούσαν οι Τούρκοι. Ο Έπαχτος μόνον δεν παραδόθη κι’ έστειλε ο Κυβερνήτης τον Αγουστίνο μ’ όσους είχε τζοανταραίγους δικούς του κι’ άλλους οπού γύρισαν με το μέρος του αγορασμένους. Και πήγε και η φεργάδα η «Ελλάς» κι’ άλλα καράβια. Ήταν κι’ ένα Ρούσσικον. Επήγαν εις τον Έπαχτο και στέκονταν εκεί. Πήγε κι’ ο Παπαρρηγόπουλος να προσκυνήση το κάστρο, δεν στάθη τρόπος.
     Αφού είδαν ο κόσμος ότι ο Κυβερνήτης κυβερνούσε του κεφαλιού του, τότε άρχισαν να του γυρεύουν Εθνική Συνέλεψη. Οδήγησε παντού τους διοικητάς και συντρόφους του, έδωσε και τα μέσα τα χρηματικά να κάμουν της εκλογές των πληρεξουσίων με το πνεύμα του και να εκλένε αυτόν πληρεξούσιον και ό,τι να τους λέγη εκείνο να κάνουν. Αφού τελείωσε αυτό παντού, πήρε τον Κολοκοτρώνη και Νικήτα κι’ εμένα ως Γενικόν Αρχηγόν της εκτελεστικής δύναμης και πήγαμε γύρα την Πελοπόννησο ως την Πάτρα. Έβγαιναν οι άνθρωποι και τον προϋπαντούσαν μίαν ώραν δυο μακρυά και το ’στρωναν δάφνες. Δεν τον είχε νοιώση ακόμα ο μικρός λαός. Τους σύναζε όλους κι’ έκανε με τα λόγια τους φτωχούς πλούσιους. Τον καθέναν τον ανάπευε εις την αίτησίν του και κατάιφερε τον κόσμο, όταν έγιναν οι εκλογές, να τον κάμουν οι περισσότερες επαρχίες αυτοπληρεξούσιον και ό,τι λέγη αυτός εκείνο να κάνουν οι πληρεξούσιοι τους.
     Στην Πάτρα ήταν κι’ όλοι οι Αρτηνοί συνασμένοι και ήρθαν εις το κονάκι μου να με κάνουν πληρεξούσιον τους. Δεν ήθελα. Το μαθαίνει ο Κυβερνήτης, με βιάζει να δεχτώ. Του λέγω· «Δεν έχω ικανότη και δεν απατώ τους ανθρώπους». Μ’ έβγιασε πολύ· το άφησα, χωρίς να το δεχτώ. Εις τ’ Άργος εδώ μο ’στειλαν το πληρεξούσιον και το δέχτηκα. Πήγαμεν εις τον κόρφον του Επάχτου εις το καράβι το Ρούσσικον –ήταν και τα δικά μας – κι’ εκεί σταθήκαμεν και παραδόθη ο Έπαχτος· και σηκωθήκαμεν και γυρίσαμεν από Βοστίτζα και Μέγα Σπήλαιον κι’ όλα τα μέρη οπού δεν διαβήκαμεν. Και κατηχήσαμεν τους ανθρώπους. Και ήρθαμεν εις τ’ Ανάπλι. Σαν έμαθε οπού μου ’ρθε το πληρεξούσιον των Αρτηνών, με φώναξε, με διάταξε, μο ’δωσε και πεντακόσια γρόσια διά χαρτζιλίκι. Τα πήρα διά να του δείξω ότι οι Έλληνες είναι φτωχοί, διά να φάνε κομμάτι ψωμί, οπού μείναν δυστυχείς· αλλά την πατρίδα τους την φυλάνε ως πατρίδα.
     Άρχισε η Συνέλεψη έξω εις τ’ αφιθέατρο εις τ’ Άργος – το ’φκειασε ο Κυβερνήτης αξιόλογα. Κι’ έβαλε καπιστράνες κι’ έδεσε τα γομάρια οπού οδήγησε τους ανθρώπους και σύναξε. Τότε διάταξε τον Νικήτα φρουρά της Συνέλεψης. Πολλοί πληρεξούσιοι θέλαν εμένα. Εγώ τους είπα· «Το ίδιον είναι, ή εγώ είμαι ή ο Νικήτας». Μου είπε ο Κυβερνήτης να ’χω ανθρώπους να προσέχω κι’ εγώ. Ησύχασα τους βουλευτάς, οπού με ζητούσαν, να μη γένη σκίσμα. Άρχισε η Συνέλεψη. Είχαν μαζωχτή οι συντρόφοι του Κυβερνήτη μας, οπού τον είχαν αυτόν διορίση πληρεξούσιον στο κάθε μέρος οι διοικηταί του – και οι πληρεξούσιοι όλοι ν’ ακούνε τον Κυβερνήτη μας, ό,τι τους λέγη εκείνο να κάνουν. Ότι το περισσότερον μέρος δεν τον γνωρίζει ακόμα· δεν εβήκε η προσωπίδα να γνωριστούν τα πατριωτικά του φρονήματα. Και κατά οπού τους οδήγησε ήταν οι περισσότεροι με το πνεύμα του και κόλακες· κι’ έκανε ό,τι ήθελε – καλό δικό του, ζημιά της πατρίδας.
     Μίαν ημέρα είχε οδηγήση ένα τζιράκι του τον Μαύρον – ήταν πληρεξούσιος από τα νησιά κι’ ήρθε από την Ευρώπη, οπού σπούδαζε, με γυαλιά εις τα μάτια, βουλευτής. Βγαίνει εις το βήμα, λέγει· «Έχομεν μεγάλες χάριτες εις το στρατιωτικόν της θαλάσσης και ξεράς, ότι σκοτώθηκαν, θυσιάστηκαν διά την πατρίδα. Και η πατρίδα δι’ αυτά όλα τους έδωσε το δικαίωμα κι’ έχει και το στρατιωτικόν πληρεξούσιους. Και ως τώρα ήταν εις της άλλες Συνέλεψες· τώρα να πάψη». Κι’ αφού μίλησε πολύ, λέγει του προέδρου να το κανονίση. Ότι καμπόσοι πληρεξούσιοι, θαλασσινοί και της ξεράς στρατιωτικοί, και δεν τους έδιναν χέρι, ότι δεν παίζαν τον άσο τους, να ήταν με το πνεύμα τους. Εις αυτό όλοι οπού ήταν εκεί, τόσοι οπλαρχηγοί σημαντικοί Πελοπόννησος, Σπάρτης, Ρούμελης και νησιών, δεν κρένει κανένας. Τότε σηκώνομαι εγώ, τους λέγω· «Κύριε Πρόεδρε! Η μάθηση δεν με βοηθάγει ούτε και εις το βήμα να μιλήσω, ούτε και από τον τόπο μου. Όμως η αδικία μού δίνει το θάρρος να μιλήσω απλά, όπως μπορώ. Ο κύριος Μαύρος έχει δίκιον οπού ’καμεν τόσα ’γκώμια του στρατιωτικού θαλάσσης και ξεράς. Κι’ όντως αγωνίστη πατριωτικώς, η πατρίς το βράβεψε διά όλα αυτά και το ’δωσε το δικαίωμα να ’χη πληρεξούσιους. Τώρα του υστερεί αυτό το δικαίωμα. Έχει δίκιον ο κύριος Μαύρος να λέγη αυτό, ότι όταν πολεμούσαμεν εμείς και σκοτωνόμαστε, ο κύριος Μαύρος πήγε εις την Ευρώπη με δυο μάτια και γύρισε με τέσσερα – σπούδαξε κι’ έβαλε και γυαλένια μάτια. Είδε και εις την Ευρώπη οπού ’ναι στρατέματα, και θαλασσινά και στεργιανά, και δεν έχουν πληρεξούσιους. Δεν ρωτούσε ο κύριος Μαύρος διατί δεν έχουν; Να του το ειπώ εγώ: Ότι αυτείνοι πλερώνονται βαρυούς μιστούς, θαλασσινοί και στεργιανοί, και τ’ αναγκαία του πολέμου, όπλα και καράβια και ζωοτροφίες, είναι εθνικά. Αφού είναι όλα ξένα αυτά και πλερώνονται κι’ οι ίδιοι, τι πληρεξούσιους θέλουν; Αυτείνοι είναι κοπέλια, μιστωτοί του έθνους τους. Οι Έλληνες, κύριε Μαύρο και Τάτζη Μαγγίνα (ότι μίλησε κι’ αυτός συχρόνως με τον Μαύρον μίαν γνώμη), οι Έλληνες, κύριοι, έβαλαν την ζωή τους πρώτα, το ντουφέκι τους, το ψωμί τους, το καράβι τους και κατάστασίν τους μέσα εις το καράβι, και μ’ αυτά ανάστησαν την πατρίδα και θέλει ο αγωνιστής τον πληρεξούσιον του να του μιλήση τα δίκια του, να λάβη τα δικαιώματά του, ότ’ είναι αγωνιστής και λευτερωτής της πατρίδος, δεν είναι κοπέλι. Όταν λάβη ο καθείς το δίκιον του, τότε εκείνοι οπού θα μπούνε εις ’πηρεσίαν της πατρίδος, αφού θα είναι κοπέλια, δεν θα ’χουν πληρεξούσιους· όμως εμείς πρέπει να ’χωμεν πληρεξούσιους όσο να θεωρήσουμε τα δίκια μας. Ότι όλοι οι πολιτικοί πλερώνονται χοντρούς μιστούς και των στρατιωτικών τους δίνουν από μίαν ομολογίαν είκοσι πέντε γρόσια τον μήνα. Και να μην γένη αυτό, Κύριε Πρόεδρε – και τότε δεν θα ιδή από μας εδώ μέσα ένας τον άλλον. Του κυρίου Μαύρου και Μαγγίνα κι’ αλλουνών τους δίνει χέρι, δεν μας δίνει εμάς». Τότε αυτείνοι επιστήριξαν την ιδέα τους. Σηκώθηκαν όλοι οι στρατιωτικοί, θαλασσινοί και στεργιανοί, κι’ επιστήριξαν την δική μου. Κι’ έμεινε η δική μου πρόταση. Μαθαίνοντας αυτό ο Κυβερνήτης με πήρε εις την οργή του – ότι έχασε και τα πεντακόσια γρόσια οπού μο ’δωσε· δεν με δέχονταν να παρουσιαστώ ομπρός του. Μ’ υπομονή παρουσιάστηκα. Του λέγω· «Ξέρεις, Κυβερνήτη μου, τι κάμαν αυτείνοι οι πληρεξούσιοι; Κάμαν τέτοια πρότασιν. Κι’ ο λαός, όλοι οι αγωνισταί, ήθελαν να τους λιθοβολήσουν και ύστερα να ριχτούν και εις την Εξοχότη σου. Το πήρα χαμπέρι αυτό και μίλησα στην Συνέλεψη και είπα του λαού ότι μου είπες η Εξοχότη σου να μιλήσω. Κι’ όποιος σου μιλήση, να ειπής ότι δεν το ’θελες και μου είπες να μιλήσω εγώ. Είναι κι’ άλλο ένα οπού μάθαν οι άνθρωποι· θέλει η Συνέλεψη να κάμη ευγενείς. Και σ’ αυτό αναντιώθηκαν οι άνθρωποι και θα κάμουν κίνημα να μας βαρέσουν. Και τους μίλησα και δι’ αυτό να ησυχάσουνε, ότι η Εξοχότη σου δεν τους αφίνεις να κάμουν παρόμοια. Και να μην γένη τίποτας και χαθούμεν». Πήρε η Εξοχότη του ευκαρίστησιν οπού αγρυπνώ και μίλησε και των εδικών του να μην ξανακάμουν τέτοια πρότασιν. Ότ’ ήθελαν να κάμουν σύστημα να είναι αυτείνοι απόλυτοι αφεντάδες μας κι’ εμείς είλωτές τους, να ήμαστε με τρύπιες σκούφιες. Μίλησα και καμποσουνών και φοβέριζαν, να φαίνεται ότι είναι αυτεινών κινήματα.
     Ο Κυβερνήτης έκαμεν με τους πληρεξούσιους όσα του ήταν αναγκαία, τους αγόρασε – και ήταν και δικοί του. Τότε έκαμε και μίαν γερουσίαν όλο από αυτούς τους αγορασμένους, και κυβερνιώμαστε με τέτοια δικαιοσύνη. Άρχισαν ο κόσμος να ξυπνούν και να καταλαβαίνουν ότι δεν είναι ο Αγιάννης, είναι ο Καποδίστριας. Τότε βγαίναν τ’ αγαθά του αιστήματα έξω αυτεινού και της συντροφιάς του. Ορκίζονται να είναι υπέρ της Ρουσσίας. Και όσοι μπαίνουν εις αυτό είναι οι πιστοί· οι άλλοι κακοί πατριώτες και κατατρέχονται. Και γιομίζει η συντροφιά τους από τοιούτους συντρόφους. Οι μεγάλοι άντρες, όταν βρίσκωνται, είναι πολυτίμητο τζιβαϊρκόν· τότε σώνουν έθνη. Όμως να είναι κατά τ’ όνομα και τα έργα. Ο Κυβερνήτης δεν θέλει ν’ ακούγη από τους Έλληνες σωτήρα και δεύτερον Θεόν τους· θέλει να είναι δούλος μιας δύναμης, να της κάμη δούλεψη – να χύση ένα φλυτζάνι γλυκό νερό να γλυκάνη την θάλασσα. Και το ’να το μέρος ποταπότη έχει και το μεγαλύτερον μέρος αλαιρμαγίαν. Ο Θεός ούτε του ενού κέφι θα κάμη, ούτε του αλλουνού τον δόλον. Ότ’ είπε αυτός, ο δίκιος βασιλέας, εκείνο θα γένη.
     Ο Υψηλάντης με της χιλιαρχίες εις Φήβα είχαν τόσους μήνες πόλεμον· και πολέμησαν γενναίως και τα δυο μέρη. Ήρθε κι’ ένας πασιάς μ’ έξι χιλιάδες ταχτικόν· και πολέμησαν κι’ αυτείνοι. Και θέλησε να φύγη διά Ζιτούνι· και οι Έλληνες πιάσαν την Πέτρα και τον πολέμησαν αντρείως τόσες ημέρες και δεν μπόρεσαν να περάσουνε. Τότε κάμανε συνθήκες με τους Έλληνες και πέρασαν με ρεέμια. Κι’ έκαμεν τιμή της πατρίδος η τιμιότη οπού στάθη εις την συνθήκη. Κι’ αυτό το χρωστούμεν εις τον αγαθόν Υψηλάντη.
     Όσα ο Κυβερνήτης έταζε των ανθρώπων και τους κατάφερε κι’ έκαμαν την Συνέλεψη καθώς την ήθελε, έγιναν ανάποδα. Και οι αναντίοι φωτίσανε τον λαόν και είδε και μόνος του. Η Κυβέρνηση άρχιζε να μαυρίζη πολύ κι’ έχασε όλως διόλου. Τότε μίαν ημέρα με φωνάζει εις τ’ Ανάπλι ο Κυβερνήτης και μου λέγει να πάγω γύρα εις τους νομούς να τηράξω τους ανθρώπους πώς φέρνονται εις την ’πηρεσία και να μάθω και τι τρέχει. Σηκώθηκα πήγα εις την Τροπολιτζά. Έφκειασα μια ειδοποίησιν εις τους δημογέροντες και διοικητή να μου ειπούνε πώς περνούν με την εκτελεστική δύναμη. Μο ’λεγαν ενγράφως παντού ήταν ευκαριστημένοι. Εκεί οπού ’κανα αυτές της ξέταξες ρώταγα πολλούς τι είναι τα παράπονά τους και βαστούσα ένα ριπόρτο του κάθε μέρους, τι αδικία τους γένεταν. Την περισσότερη αγανάχτησιν είχαν από τον Βιάρο, Αγουστίνο και Γεννατά.
     Ανάμεσα Πάτρα και Γαστούνι είναι ένα χωριόν το Μέγα Σπήλαιγο. Έκαμα κονάκι εκεί. Μου παραπονιώνται οι κάτοικοι από την τυραγνίαν οπού δοκιμάζουν από τους καλογέρους· ό,τι παίρνουν το αρπάζουν αυτείνοι. Είχα κονάκι σ’ ενού παππά το σπίτι. Τότε τους λέγω· «Σαν τραβάτε τόση τυραγνίαν, δεν το αφίνετε το χωργιόν σας να φύγετε να πάτε σ’ άλλο χωργιόν εθνικόν, οπού ’ναι τόσα;» Μου λέγει η παππαδιά· «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι, εμείς ήμαστε μέσα εις το βάλτο, στο νερό τόσες ψυχές, να γλυτώσουμεν· και ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε· και ήταν το σώμα μας καταματωμένο από της αβδέλλες – μας φάγαν· και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν· κι’ άλλα ζωντανά κι’ άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οχτώ· και μ’ αφάνισαν κι’ εμένα και της άλλες. Διατί τα τραβήσαμεν αυτά; Δι’ αυτείνη την πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν· όλο δόλο και απάτη». Κι’ έκλαιγε με πικρά δάκρυα. Την παρηγόρησα. Με πήρε το παράπονο κι’ έκλαψα κι’ εγώ. Πήγαν τα παιδιά να βάλουν εις το μετόχι τ’ άλογό μου, το παίρνουν οι καλογέροι τ’ απολούνε έξω και κλείνονται μέσα. Είναι σαν κάστρο. Τους λένε τα παιδιά· «Είναι του Μακρυγιάννη τ’ άλογον». Κρίναν τόσα αναντίον μου. Τότε λέγω των παιδιών· «Απάνου τους να τους πιάσωμεν!» Πιάστηκαν μ’ άρματα. Κολλήσαμεν, τους πιάσαμεν. Τους έρριξα ένα ξύλο παστρικό και τους διάταξα διατί να φέρνωνται τοιούτως και τυραγνικώς εις τους ανθρώπους· πώς θα πάμε ομπρός μ’ αυτό; Έφυγα από κει.
     Πήγα εις τον Κυβερνήτη, το ’δωσα το ριπόρτο. Όταν είδε τα παράπονα διά τον Βιάρο και Αγουστίνο και Γεννατά, μου είπε αγαναχτισμένος αναντίον μου· «Τι έχετε μ’ αυτούς; – Του είπα, εγώ κατά χρέος σού το είπα και η Εξοχότη σου ό,τι σε φωτίση ο Θεός κάμε». Του ανάφερα και την άχλιαν κατάσταση του τόπου και να στείλη άλλον να ιδή αν αληθινώς του είπα ή όχι. Τότε έστειλε έναν γραμματικόν του Νικήτα, Αθανασιάδη τον λένε, να ιδή αυτά οπού του είπα αλήθεια είναι ή ψέμα. Αυτός γύρισε και είπε· «Μεγάλη ευκαρίστησιν έχουν οι κάτοικοι κι’ ό,τι σου είπε ο Μακρυγιάννης είναι όλα ψέματα».
     Εις την Πελοπόννησον έρχονταν πολλοί περιηγηταί ξένοι να ιδούνε πού έγινε πόλεμος, και γκιζερούσαν όλες της θέσες. Ο Κολοκοτρώνης και οι συντρόφοι του οδηγημένοι από την Κυβέρνηση διά να μείνουν τα σύνορα περγιορισμένα, ήθελαν να συκοφαντούνε παντού τους Έλληνες ότ’ είναι θερία κι’ ανάξιοι της λευτεριάς τους. Τότε διά να πετύχη αυτό ο Κυβερνήτης, είπε του Κολοκοτρώνη και συντροφιάς να βγάλουν παντού ληστάς κι’ όπου βρίσκουν περιηγητάς γύμνωμα, ό,τι μπορέσουνε. Εγώ ως Αρχηγός της εκτελεστικής δύναμης διά την τιμή της πατρίδας μου και δική μου τους έδινα ανθρώπους των ξένων και τους προφύλαγαν· κι’ έγραφα σε όλους τους νομούς δι’ αυτό. Μου το ’καμεν έγκλημα ο Κυβερνήτης κι’ ο υπουργός Βιάρος κι’ ο Πληρεξούσιος των αρμάτων Αγουστίνος, διατί δίνω όργανα της ’πηρεσίας στους ξένους ανθρώπους. «Τους δίνω διά την τιμή της Κυβερνήσεως». Μαλλώσαμε δι’ αυτό. Τους είπα· «Βάλετε άλλον εις το ποδάρι μου»· δεν θέλησαν. Τότε έμαθα πως βγαίναν τους ληστάς διά να πιάνουν τους ξένους ανθρώπους, κι’ αναντίον αυτεινών έπιασα εγώ της θέσες και δεν μπορούσαν να κάμουν τίποτας.
     Μίαν ημέρα ήταν ως περιηγητής ο Γκόρδον κι’ άλλοι ξένοι, κι’ ο αρχηγός Κολοκοτρώνης κι’ οι άλλοι στείλαν μπροστά, εκεί οπού θα περάσουνε από τ’ Άστρος, να τους βαρέσουνε. Φίλους είχα πολλούς, ότι τόσον καιρόν οπού ’χαμεν εις την ’πηρεσίαν δεν ακολούθησε τίποτας. Μου λένε αυτό, στέλνω εις τον αξιωματικόν του Άστρους να στείλη ανθρώπους, ή να πάγη μόνος του στο Άστρος οπού ’ναι ένα μοναστήρι – είναι κλέφτες, ή να τους πιάσουνε ή να τους σκοτώσουνε. Ο Κυβερνήτης είχε τον σκοτωμόν περιορισμένον· εγώ τους έγραφα να τους σκοτώσουνε και να βαστούν την διαταγή μου δι’ ασφάλειά τους. Ο αξιωματικός έδειξε τη διαταγή μου του διοικητή· κι’ αυτός ο διοικητής – ήταν ορκισμένος της συντροφιάς – λέγει του αξιωματικού να μην τους βαρέση, αλλά να πάγη με τρόπον να τους ειπή να φύγουν. Πήγε τους ηύρε οπού ’ταν μεθυσμένοι, τους ξύπνησε και τους είπε κι’ έφυγαν και πήγαν εις τ’ Ανάπλι εις τον αρχηγόν. Τότε στέλνω του αξιωματικού να ’ρθή εδώ, εις τ’ Άργος. Ήρθε· του λέγω· «Διατί δεν εκτέλεσες όσα σου έγραψα; Μου είπε τι του είπε ο διοικητής· «Εγώ, λέγει, χωρίς την άδεια του διοικητή δεν μπορούσα να πάγω, ότ’ είμαι εις την οδηγίαν του». (Είχε δίκιο εις αυτό). «Τον ρώτησα, μου είπε να πάγω να τους διώξω». Του λέγω· «Δο’ μου το ενγράφως». Μου το ’δωσε, αυτός και οι άνθρωποι υπογραμμένοι. Τότε το παίρνω, πάγω εις τον Κυβερνήτη, του λέγω· «Οι διοικηταί σου είναι γιατάκι των κλεφτών κι’ οι αρχηγοί· κι’ αυτείνοι οπού κάνουν τον κλέφτη είναι εδώ, εις τ’ Ανάπλι κι’ Άργος, και θα τους πιάσω (τότε δίνω το γράμμα). Τοιούτως δεν ’περετώ αυτείνη την Κυβέρνησιν· θέλω την απαραίτησίν μου. – Δεν κάνει να παραιτηθής, μου λέγει· εγώ σ’ αγαπώ». Κι’ άλλα τοιούτα. Να παραιτηθώ δεν το ’δινε χέρι, ότι θα κατηγοριώνταν. Μου βάσταξε το γράμμα να ’ρευνήση.
     Σε ολίγες ημέρες μο ’ρχεται μία διαταγή ότι άλλαξε τον Βιάρον από το υπουργείον κι’ έβαλε τον Ρόδιον – κι’ αυτός σύντροφός τους. Μου λέγει εις την διαταγή ότι «έγινε νέα μεταρρύθμεψη της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος κι’ αρχηγός μπήκε ο Νικήτας και να ’ρθής μέσα». Πήγα εκεί. Μου είπαν να πάγω στα νησιά τ’ Αιγιοπελάγου αρχηγός. Σ’ αυτά τα νησιά ήταν αγωνισταί οπού τρώγαν ψωμί, Νυδραίοι, Ψαργιανοί, Σπετζώτες κι’ άλλοι – να βγάλω αυτούς να έμπωμεν εμείς· και τότε από αυτό ν’ ανοίξη ενφύλιος πόλεμος. Του είπα μ’ αναφορά μου ότ’ είμαι αστενής και δεν μου σώνουν και τα έξοδα. Εμένα μο ’δινε τρακόσια γρόσια πλερωμή, του Νικήτα χίλια. Μου είπε· «Σου δίνω τον μιστόν οπού θα πάρη κι’ ο Νικήτας. – Δεν μου το συχωρεί η υγεία μου». Του ζήτησα να στείλη παντού να ιδή το σώμα αν είναι σύνφωνο με την πλερωμή του και να μου δώση τοιούτο αποδειχτικόν και τότε τραβάγω. Και σύσταινα και το σώμα ως τίμιος άνθρωπος. Δεν ήθελε να στείλη να ιδή αν είναι σωστοί οι άνθρωποι. Του ζήτησα επιμόνως κι’ έστειλε και το επιθεώρησαν κι’ έλαβα τ’ αποδειχτικόν του.
 
 
ΣHMEIΩΣH
 
1. Ότι είναι ένα τάλλαρον και πέντε γρόσια ο μιστός μου.

(από το Στρατηγού Mακρυγιάννη Aπομνημονεύματα, τόμος B΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)