Η νενέ
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Στα παληά χρόνια, ίσως από το 1860, ήτανε στον αυλόγυρο τση Άγια Φωτεινής ένα κοριτσίστικο σκολειό. Εκεί επήγε φαίνεται για λίγο καιρό και η νενέ μου η κώνα Παρασκευούλα καθώς και η μητέρα μου η Πολυξένη. Η νενέ μου το μόνο που απεκόμισε από το σκολειό αυτό, ήτανε το γράμμα όμικρον το οποίο το θυμότανε επειδή ήτανε στρογγυλό. Είχε κι ένα θείο που έμενε ματζί τους και που τόνε λέγανε Γιώργη. Αυτόνανε, κάποτε που γύριζεν από την εξοχικήν εκκλησιά του Προφητηλιά, τόνε χτύπησεν ένα βόδι με τα κέρατά του κι από τότες σακατεύτηκε, δεν μπόραγε να πορπατήση κι έμενε πάντα στο σπίτι. Ήτανε, ηλέγανε, πρακτικός φιλόσοφος, κι ερχόντουστε κι άλλοι φίλοι του, φιλόσοφοι κι αυτοί στο σπίτι μας και συζητάγανε. Η νενέ μου μάλιστα, θυμόντανε από τις συζητήσεις των φιλοσόφων εκείνων αυτό το αρχαίο γνωμικό:
 
Υπομονή των πενήτων
ού και κατελύτον
 
     Δεν ξαίρω όμως αν αυτό το γνωμικό ήτανε της Ελεατικής φιλοσοφικής Σχολής ή της Πυθαγόρειας.
     Είχε η νενέ μου το βιβλίο του Σεβάχ Θαλασσινού τυλιγμένο μέσα σε ένα τσερβέ ―κεντημένη ζώνη― κι όταν είχε κανένα μεταλλήκι περισσευούμενο μου τόδινε για να της διαβάσω τις περιπέτειες του Σεβάχ Θαλασσινού, τις οποίες ηάκουε με μεγάλην ευχαρίστηση. Η νενέ μου μούλεγε ότι παλαιά ηκαθούντανε στο μαχαλά μας η άμια Ντουντού ―θεία θα πη― η χιώτισσα που είχε μιαν αδερφή Τουρκάλα. Την είχανε αρπάξη οι Τούρκοι στις σφαγές της Χίου και τήνε παντρέψανε μ’ έναν δικό τους. Κάθε Κυριακή το λοιπόν μετά τη λειτουργία ήπαιρνε αντίντερο ―αντίδωρο― από την εκκλησιά η άμια Ντουντού, τόκρυβε μέσα στον κόρφο της τυλιγμένο σε χαρτάκι, το πήγαινε στην αδερφή τση εκεί στον Τουρκομαχαλά και τση τόδινε και τότρωγεν αυτή.
     Ήλεγε στη νενέ μου η άμια Ντουντού για την αδερφή τση. Τι να κάνη η κακομοίρα που είχε παιδιά κοτζαμάμ άντρες, κι αν το μάθουνε πως φέρνω αντίντερο στη μάνα τους, θα με σφάξουνε.

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)