Η Σταύρωση του Χριστού
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Τα χειμωνιάτικα βράδυα κουρνιάζαμε τα τέσσερα αδέρφια γύρω από το μαγκάλι. Το δωματιάκι ήτανε μικρό και φωτιζότανε από το καντήλι. Τα κονίσματα ήτανε πολλά, δυο σειρές. Θυμάμαι μαζί με τ’ άλλα μιαν Άγια Παρασκευή που βάσταγεν απ’ τα μαλλιά ένα διαολάκι ―τη σκουρδούλα― έναν Άγιο Στελιανό που βάσταγε ένα φασκιωμένο μωρό. Η νενέ μας είχε σ’ ένα πιάτο κάστανα και μας τάφηνε στη χόβολη και στο μεταξύ μας έλεγε ιστορίες. «Μια φορά λοιπόν όταν ήμουνα μικρή (εσύ Νίκο μην τσιμπάς την αδερφή σου γιατί θα σου δώσω μια στο χέρι με τη μασιά να σε κουλάνω) τι ήλεγα λοιπόν; Α, όταν ήμουνα μικρή μια μεγάλη Πέφτη το βράδυ ηπήγαμε ν’ ακούσωμε τα δώδεκα Ευαγγέλια. Στη μέση τση εκκλησιάς είχανε στημένο τον Σταυρό χωρίς το σώμα του Χριστού καρφωμένο απάνω σ’ αυτόν. Κάτω από τα γράμματα του σταυρού είχανε περασμένο ένα στεφάνι από αγκάθια. Τρία κεριά ήτανε αναμμένα απάνω στο σταυρό.
     Όταν είπανε τα έξη Ευαγγέλια και ήρθε η ώρα να σταυρώσουνε το Χριστό, βγήκανε από το ιερό ένας γέροντας παπάς και άλλοι παπάδες καθώς και ο διάκος. Ήτανε ούλοι ντυμένοι με μαύρα άμφια ―ηφοράγανε τα ιερά τους. Ο γέροντας παπάς ηβάσταγε στην αγκαλιά του με στοργή το σώμα του Χριστού, τυλιγμένο σε κάτασπρο σεντόνι. Διάσκισε το πλήθος αυτός και οι άλλοι παπάδες και πήγε και στάθηκε ομπρός από τον στημένο Σταυρό για να κρεμάση το σώμα του Χριστού σ’ αυτόν. Ξετυλίγει το σεντόνι με προσοχή και το δίνει του διάκου. Σηκώνει το σώμα για να το κρεμάση με βίδες στο Σταυρό και για να γίνει πιο αληθινή η Σταύρωση ηβάσταγε στο χέρι του ένα σφυράκι τάχατες για να καρφώση το Χριστό.
     Κι άρχισε να ψέλνη:
 
     Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
     Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς
 
και την ίδιαν ώρα χτυπάει τση βίδες του Σταυρού με το σφυράκι και ο φριχτός ήχος των ήλων απλώνεται στους θόλους της εκκλησιάς, αντηχεί, διπλασιάζεται, τριπλασιάζεται τρεμουλιαστά και γεμίζει με φρίκη τις ψυχές των Χριστιανών. Οι γυναίκες κλαίνε με αναφυλλητά, άλλες αναστενάζουνε κατάκαρδα: αχ, αχ, Χριστέ μου, τώρα φαρμακώνεται η μανούλα σου.
     Ο γέροντας παπάς εξακολουθεί να ψέλνη κομπιάζοντας:
 
          ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
          ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις
          Ράπισμα κατεδέξατο ο εν Ιορδάνη
          ελευθερώσας τον Αδάμ
          Λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου
          Σινδόνι καθαρά περιβάλλεται
          ο περιβαλών την γην εν νεφέλαις.
 
     Πάλι ο παπάς χτυπάει τα καρφιά σαν να λογχίζει τις καρδιές όλων. Τότες μια από τση γυναίκες δεν ηβάσταξε πια και φώναξε του παπά με αναφυλλητά: Αμάν Πάτερ Αγαθάγγελε ―Νισάφι― δεν νταγιαντάμε πια. (Φτάνει δεν αντέχομε πια).

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)