Οι Ατζέμηδες
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Στη Σμύρνη υπήρχανε αρκετοί Πέρσες, Ατζέμηδες τους λέγανε. Αυτοί κάνανε πολλά επαγγέλματα από το εμπόριο μέχρι το χαμαλίκι. Φορούσανε ένα μαύρο ράσο και μαύρο χαμηλό καλπάκι. Όσοι απ’ αυτούς είχανε καφενέδες ήτανε φημισμένοι για το επιτυχημένο τσάι που σερβίρανε.
     Εκεί στα Σερβετάδικα είχανε οι Ατζέμηδες δικό τους μικρό χάνι με το τζαμί του, μικρό κι αυτό στο οποίο μένανε οι φτωχοί εργάτες απ’ αυτούς. Το Μπαϊράμι τους ήτανε δέκα μέρες γιορτές στην αρχή του σεληνιακού μήνα Μουχαρρέμ κατά τις οποίες θρηνούσανε τα πάθη του αγαπημένου τους Ιμάμη Αλή, γαμπρού του Μωάμεθ και τα πάθη του γυιου του Χουσεΐν. Ο Χουσεΐν σκοτώθηκε στη μάχη του Κερμπελά το 680 μ.Χ. μαζί με τους οπαδούς του. Αυτός ο Χουσεΐν ήτανε ο αγαπημένος εγγονός του Μωάμεθ ―γυιος της μοναδικής του Κόρης Φάτμα και του Αλή.
     Κατά το Μπαϊράμι αυτό δείχνανε ένα τέτοιο φανατισμό και πένθος, ώστε βγαίνανε αργά τη νύχτα μισόγδυμνοι από το χάνι τους κρατώντας στα χέρια αναμμένα δαδιά και μαχαίρια, χτυπάγανε τα στήθια τους με τα μαχαίρια και χαράζανε το μέτωπό τους φωνάζοντας άγρια και ρυθμικά. Για Χασάν, Για Χουσεΐν. Αυτή η φριχτή λιτανεία πέρναγε από το δρόμο τα Σερβετάδικα, ήφτανε ομπρός από το σιδεροδρομικό σταθμό Μπασμπά Χανέ, στρίβανε προς την Αρμενιά, περνάγανε απ’ όξω από τον αυλόγυρο τση Αρμενόκκλησας του Αγίου Στεφάνου και από τα στενοσόκακα ηγυρνάγανε πάλι στο χάνι τους καταματωμένοι και εξαντλημένοι. Αυτό ηγινούντανε την παλαιότερην εποχή κι εκείνα τα βράδυα που βγαίνανε οι Ατζέμηδοι, ματζευούντοστε πολλοί Χριστιανοί από τις κοντινές στον Μπασμπά Xανέ συνοικίες και τους βλέπανε. Αυτό μου διηγήθηκε η νενέ μου που πήγαινε κι αυτή με τους άλλους και τους βλέπανε που χτυπιούντοστε και ουρλιάζανε. Αργότερα η Κυβέρνηση απαγόρεψε αυτό το τρομερό θέαμα, γιατί στα χρόνια μας δεν ηγινούντανε πια.

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)