Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Μια Tσικνοπέφτη το απόγεμα, θάτανε το 1906-1907, ηακούστηκε μεγάλο βουητό να έρχεται από τση μαχαλάδες τση Ευαγγελίστρας. «Έρχεται ο Θεόφιλος, τρεχάτε». (Ήτανε ο λαϊκός Μυτιληνιός ζωγράφος που ήμενε τότε στη Σμύρνη, στο σπήτι μιανής γαλοτζούς, στο μαχαλά τ’ Άη Δημήτρη). Ξεσηκωθήκανε μικροί μεγάλοι προς το μέρος που ακουγότανε το βουητό, στο σοκκάκι που ένωνε το μαχαλά του Άη Δημητριού με τον μαχαλά Ταμπάχανα. Το σοκκάκι αυτό το λέγανε Συκαμιές, γιατί είχε δυο αράδες δέντρα μπρος από τα σπίτια ούλο συκαμιές. Φάνηκε στο τέλος μέσα στην οχλαγωγή το τσούρμο του Θεόφιλου. Επί κεφαλής ήτανε ο ίδιος ντυμένος αρχαίος Μακεδόνας, με περικεφαλαία, δόρυ, ασπίδα και θώρακα. Την πανοπλία την συμπλήρωνε και το σπαθί του κρεμασμένο στο πλάι του. Οι άλλοι οπαδοί του ήτανε καμμιά δεκαριά αλήτες, άλλοι αξυπόλυτοι κι άλλοι με μισό παπούτσι, τα δάχτυλα των ποδιών τους ηφαινούντουστε. Είχανε στρατολογηθή από την πιο λαϊκή συνοικία τση Σμύρνης, τα Μορτάκια. Ήτανε ντυμένοι κι αυτοί σαν αρχαίοι Μακεδόνες με περικεφαλαίες, ασπίδες, δόρατα και ξυλένια σπαθιά, όλες αυτές οι στολές καμωμένες από τα χέρια του Θεόφιλου.
     Μόλις ηφτάσανε στο πρώτο σταυροδρόμι ησταθήκανε λιγάκι ν’ ανεσάνουνε, γιατί η φασαρία των παιδιών που ακολουθάγανε τον θίασο, ήφτανε μέχρι τα μισοούρανα. Έπειτα αραίωσε ο κόσμος, άφησε ένα μεϊντάνι ―ανοιχτό χώρο― και τότες ηαρχίνησε η παράσταση. Χωρίστηκε το τσούρμο σε δυο παρτίδες για ν’ αρχίσουνε τη μάχη αναμετάξυ τους. Ησηκώσανε τα κοντάρια, ησιάξανε τις ασπίδες τους και με ένα «άλα παιδιά» του Θεόφιλου ηγιουρντάρανε ―ορμήσανε― οι μισοί κατά πάνω τση άλλοι μισοί με μεγάλα χορευτικά πηδήματα, φωνάζοντας όπα, όπ-όπα. Έπειτα από κάμποσην ώρα παλαιτιού, ηφώναζεν ο Θεόφιλος. «Μάινα παιδιά» ―σταματήστε. Στο μεταξύ στη φούρια τση μάχης ο Θεόφιλος ήπαιζε σ’ ένα ξεκοιλιασμένο ακκορντεόν, φυσαρμόνικα το λέγαμε εμείς. Κατόπιν, όταν πια ηκαλμάρησεν ο ντόρος, βγάζει ο Θεόφιλος ένα δίσκο κι ημάτζευε μεταλλίκια. Σαν μάτζεψε πια ό,τι μάτζεψε ο αρχηγός, βάλανε οι αλήτες τα κοντάρια στον ώμο τους καταϊδρωμένοι και τραβήξανε να δώσουνε παράσταση σε άλλον μαχαλά. Αυτά τα είδα και τα θυμάμαι καλά, ήμουνα 8 χρονών παιδάκι.
     Άλλη μια φορά είδα τον Θεόφιλο απ’ όξω στο Ελληνικό Προξενείο, την ημέρα τ’ Άη Γιωργιού που γιόρταζεν ο βασιλιάς Γεώργιος. Ήτανε ντυμένος με φουστανέλλες κι ο κόσμος ήλεγε «νά ο Θεόφιλος» και τόνε καμαρώνανε. Ψέμματα είναι ότι ο Θεόφιλος ήτανε καβάσης ―κλητήρας― στο Προξενείο. Ο αδερφός του Σταύρος μου είπε ότι τόνε στέλνανε καμμιά φορά να κάνη χουσμέτια ―θελήματα.

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)