Το μαρτύριο του Μητροπολίτη Σμύρνης Xρυσοστόμου
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Ο αυλόγυρος τση Άγια Φωτεινής ήτανε γεμάτος πρόσφυγες από το εσωτερικό. Είχανε έρθει στη Σμύρνη με την ψυχή στο στόμα φεύγοντας το μαχαίρι και την ατίμωση. Τους μοιράσανε εληές και ψωμί. Κατέβηκεν ο δεσπότης από τη Μητρόπολη στην εκκλησία για να λειτουργήση. Είπε λόγια παρήγορα στον κόσμο: «Έχετε θάρρος, ο Κύριος δεν θα εγκαταλείψη τον λαό του». Ανέβηκε έπειτα στη Μητρόπολη να ξεκουραστή. Στη μεγάλη αίθουσα ήτανε πολλοί πρόκριτοι αλαλιασμένοι. Σε λίγο έρχεται ένα αυτοκίνητο με έναν Τούρκο αξιωματικό και μια πολίτσια. Ξαναήρθανε το πρωί, τον πήρανε, τον πήγανε στο Κονάκι, αλλά τον ξαναφέρανε έπειτα πίσω.
     Αυτή τη φορά τον πήγανε στον Στρατώνα που ήτανε έδρα του Στρατηγού Νουρεντίν πασά, ο οποίος κατέλαβε τη Σμύρνη.
     Μπήκε μέσα ο δεσπότης, σηκώθηκε ο πασάς χαιρετιστήκανε.
     ― Μπούγιουρουμ Μετροπολίτ εφέντη, του λέγει ο πασάς. Καθίστε.
     ― Χος γκελντινίζ ―καλώς ήλθατε― πασά μου, του απαντά ο δεσπότης.
     Οι άλλοι αξιωματικοί που ήτανε στην αίθουσα, τραβηχτήκανε πάρα πίσω.
     Κάθισε και ρίχνει μια ματιά γύρω του ο αρχιερέας. Πίσω από το γραφείο του πασά ήτανε κρεμασμένη μια μεγάλη ελαιογραφία του Στρατηλάτη Κωνσταντίνου, έργο του Γ. Ροϊλού. Κρατούσε και τη Στρατηλατική ράβδο στο χέρι του κάπως επιδεικτικά. Στον άλλο τοίχο ήτανε κρεμασμένη μια μεγάλη λιθογραφία, του Βενιζέλου, που τόνε στεφάνωνε μια αρχαία γυνή, ντυμένη σαν την Αρχαία Ελλάδα. Πατούσε με το ένα πόδι της σ’ ένα Ιωνικό κιονόκρανο. Κάτω ήτανε η επιγραφή: «Η Μεγάλη Ελλάς στεφανώνει τον δημιουργό της». (Εχτές ακόμα ήτανε η έδρα του Στρατηγείου μας μέσα σ’ αυτή την αίθουσα. Αφίσανε οι Τούρκοι τις εικόνες επίτηδες για να τις δη ο δεσπότης).
     Ακολουθεί λιγόστιγμη σιωπή.
     Μετά λέγει ο πασάς.
     ― Θα πάρετε έναν καϊβέ, Μετροπολίτ εφέντη;
     ― Όχι ευχαριστώ πασά μου, δεν θέλω καφέ.
     ― Τότε να σας φέρουνε μια βυσσινάδα να δροσιστήτε. Φαίνεστε λίγο ταραγμένος.
     ― Καλά Πασά μου, να μη σας χαλάσω το χατήρι.
     Έρχεται ο στρατιώτης, φέρνει σε δίσκο ένα ποτήρι βυσσινάδα που του είχανε βάλη μέσα χιόνι. Την παίρνει ο δεσπότης, σηκώνει το ποτήρι: «Εις υγείαν σας, λέγει. Χος γκελντινίζ», την πίνει.
     Πάλι λίγη παύση. Λέγει ο Πασάς:
     ― Δεν φύγατε Υμείς; (Μιλάει ευγενικά στην λόγια γλώσσα, την λεγόμενη ελφαζιέ).
     ― Πού να πάγω πασά μου; Πώς ν’ αφίσω το ποίμνιό μου;
     ― Το ποίμνιό σας δεν έχει φόβο. Ημείς είμαστε πολιτισμένος λαός.
     ― Έβετ, εφέντημ, λέγει ο δεσπότης, το ξαίρω. Πάλι παύση αμηχανίας.
     Λέγει ο Νουρεντίν Πασάς:
     ― Ο Κεμάλ Πασάς έχει πολλά παράπονα εναντίον σας.
     ― Μα τι έκανα, απαντάει ο Δεσπότης. Εγώ έφερα τον Ελληνικό Στρατό;
     ― Δεν λέγομεν ημείς αυτό. Αλλά τον υποδεχτήκατε, ευλογήσατε τα όπλα του, ορκίσατε ραγιάδες στρατιώτες για να πολεμήσουνε εναντίον της Πατρίδος των. Υμείς δεν είσθε Οθωμανός υπήκοος;
     Πάλι σιωπή βαρειά.
     Ο Πασάς εξακολουθεί. Ο Ελληνικός Στρατός έκαψεν όλη την Ανατολή. Τίποτα δεν αφήκε όρθιο. Αφίνω πια τις σφαγές των αθώων πολιτών και τα τοιαύτα. Ας είναι τώρα που με την βοήθειαν του Αλλάχ: ο στρατός μας τους πέταξε στη θάλασσα, όλα θα λησμονηθώσιν. Όσο για τους ενόχους... Τώρα Μετροπολίτ εφέντη να πηγαίνετε εις το ποίμνιόν σας, διά να μην ανησυχεί αυτό. Όλα θα διορθωθώσι.
     ― Ινσαλλάχ ―ο Θεός να δώση― λέγει ο Δεσπότης και σηκώνεται να φύγη. Ανάσανε λιγάκι, όσο νάναι κερδίζει καιρό, γλυκειά είναι η ζωή. Βγαίνει από την αίθουσα, κατεβαίνει τη σκάλα, τον ακολουθάνε μερικοί αξιωματικοί, βαδίζει προς την έξοδο του στρατώνα που βρίσκεται στην Πλατεία του Κονακιού. Η Πλατεία ήτανε γιομάτη από άγρια θηρία που ουρλιάζανε: «Θάνατος στον Άπιστο, θάνατος στον προδότη, Κιοπέιν Πάρτσα σι ―τα κομμάτια του Σκύλου». Η ορθάνοιχτη πόρτα του Στρατώνα ήτανε μπουκαρισμένη από τον μαινόμενο όχλο. Πώς να βγη κανείς! Μπροστά μπροστά στεκούντοστε τουρκοκρητικοί χασάπηδες με τα χασαπομάχαιρα στα χέρια.
     Ο δεσπότης κοντοστάθηκε. Ο νους του πήγε στα Ρωμαϊκά Αμφιθέατρα, τη στιγμή που αμολάγανε τους τίγρηδες ενάντια στους ανυπεράσπιστους Χριστιανούς. Γυρίζει και κοιτάζει με αμηχανία τον αξιωματικό που ήτανε πλάι του. Αυτός κάνει μια ελαφρηά υπόκλιση και του δείχνει την έξοδο. Κλείνει και το μάτι στον στρατιώτη, που βρισκότανε πίσω από τον δεσπότη. Αυτός του δίνει μια δυνατή σπρωξιά και τον ρίχνει απάνω στους τουρκοκρητικούς χασάπηδες. Αυτοί τον αρπάζουνε σαν πούπουλο, τον σηκώνουνε στον αγέρα, τόνε μαχαιρώνουνε, το αίμα του πετιέται απάνω στα πρόσωπά τους, αυτοί με τις παλάμες τους αλείβονται από το κούτελο μέχρι το λαιμό από το ζεστό αίμα του Δεσπότη. Σε λίγα λεπτά, από χέρι σε χέρι, από μαχαιριά σε μαχαιριά το άψυχο σώμα του μάρτυρα κομματιασμένο βρέθηκε στην άλλη άκρηα της πλατείας του Κονακιού.

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)