Η κρεμάλα
Καρτσωνάκης-Νάκης Νικόλαος
Εκτύπωση
Την κώνα Στελιανή τήνε κουβαλήσανε πρόσφυγια απ’ τη Σμύρνη με τη νύφη τση και τα μικρά ορφανεμένα αγγονάκια τση. Ο μεγάλος τση γυιος ησκοτώθηκε στο Σαγγάριο, ο δεύτερος ηχάθηκε στην οπισθοχώρηση. Το αγγόνι τσης το Νίκο, δεκαοχτάχρονο παλληκαράκι, το κρεμάσανε στο Κορδελλιό οι Τούρκοι. Τώρα βρίσκεται, χειμώνα καιρό πεταμένη σε μια παράγκα που έμπαζε απ’ όλες τση μεριές. Είναι νύχτα βαθειά του πρώτου προσφυγικού χειμώνα. Κρύο και παγωνιά, τα εγγονάκια τση είναι κουβαριασμένα κάτω από κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και κοιμούνται πεινασμένα. Την παράγκα τη φωτίζει με το αμυδρό φως του ένα καντηλάκι βαλμένο ομπρός από το κόνισμα της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας, το μόνο πράγμα που μπόρεσε ν’ αρπάξη όταν ηκαβούντανε το σπίτι της. Το φως του καντηλιού τρεμόσβυνε κι η καντηλήθρα τσιτσίριζε. Αυτή ξαγρυπνάει, δεν έχει ύπνο. Κουβαριασμένη κάτω από μια κουρελού, αναθυμάται τα παιδιά τση τα χαμένα κι όλο αναστενάζει και παραμιλά. Καλά τα παλληκάρια τση, αμ’ εκείνο το εγγονάκι τση το Νικάκι γιατί το κρεμάσανε; Θυμάται με πόσοι κόποι το ανάθρεψε, ώς και ξενόπλενε κρυφά για να μην του λείψη τίποτα. Θυμάται το μουτράκι του, το σταρένιο χρώμα του ήτανε ψιλομελάχροινο, τα γλυκά του τα μάτια. Άμα ηχαμογελούσε, ησκάγανε δυο λακκάκια στα μαγουλάκια του. Τόπαιρνε απ’ το χεράκι και πηγαίνανε στα πανηγύρια, στση χαιρετισμοί στο ξωκκλήσι τση Αγιανάνας τση Κουρελούς, στο πανηγύρι του Προφητηλιά. Πηγαίνανε από βραδύς και ξενυχτάγανε μέσ’ στην εκκλησία. Αυτό ηκοιμούντανε στην αγκαλιά τση αμέριμνο, ενώ οι παπάδες ηκάνανε ολονύχτια. Το πήγαινε στο Καρατάσι στο πανηγύρι τση Άγιας Παρασκευής, του αγόραζε γλασάδα από έναν Τούρκο γλασατζή, πηγαίνανε στο Γκιόζτεπέ, στο πανηγύρι του Άη Παντελεήμονα όπου ήτανε παπάς ο Πάτερ Άνθιμος, στο πανηγύρι τση Αγιανάνας στο Κορδελλιό. Μια φορά ήτανε τριώ χρονώ κι ηστραμπούλιξε το ποδαράκι του. Το πήρε στην αγκαλιά τση, το πήγε στο Σαρ-τζαμί, που εκεί κοντά είχε το μαγαζί του ένας Τούρκος κι ήξαιρε να σιάχνη τα στραμπουλίσματα, αλλά δεν ήπαιρνε παράδες. Άμα γυρίζανε του αγόρασε τσεμπλεμπούδες ζαχαρωτές, ζεστές κι αφράτες.
     Τώρα ηπισμάνευε ―μετάνοιωνε― που καμμιά φορά το μάλλωνε. Θυμάται ένα απόεμα που το παιδί ήπαιζε στι ντουρσέκι με άλλα παιδάκια μπίλιες και δεν ηρχούντανε σπίτι να διαβάση. Ήβγε κάνα δυο φορές από το πορτί τση και του φώναξε: «Καλέ Νίκο, έλα να διαβάσης». Αυτό απαντούσε: «Τώρα, καλέ νενέ, έρχομαι» κι εξακολούθαγε να παίζη. Ξαναβγήκε, ξαναματαβγήκε, το φώναξε πάλι το παιδί ήπαιζεν ακόμα. Στο τέλος ήχασε πια την υπομονή τσης και του φώναξε: «Αχ Τουρκί, άμα θάρθη ο κύρης σου θα σε ματατέψω και θα σε ξεμερδίση».
     Και τώρα βλέπει με το νου τση, σα νάναι η ίδια ώρα το Τουρκί κρεμασμένο από ένα δέντρο, με το σκοινί τση κρεμάλας στο λαιμό του και το χαριτωμένο κορμάκι του να γυρίζει αλαφριά πότε από δω και πότε από κει, από το φύσημα του αγέρα. Φαντάζεται τα τρυφερά του χεράκια δεμένα με σύρμα, μαυρισμένα και πρησμένα. Δεν τολμά να σηκώση τα μάτια της φαντασίας τση και να κυττάξη πώς ηκατάντησε το προσωπάκι του από το μαρτύριο και την αγωνία. Άραγες άμα το κρεμάγανε θα τήνε θυμήθηκε και θα συλλοΐστηκε: «Αχ νενέ μου, πού είσαι να με βλέπεις;». Όσο το θυμάται τα μέσα τση ηβγάζανε φωτιές, βογγούσε και μούγκριζε: «Αχ αυτό δεν θα το νταγιαντίσω ―δεν θα το υποφέρω. Όχι». Αναθεμάτιζε τον αίτιο. Παραμιλούσε κι ήλεγε: «Καλέ Χριστέ μου, γιατί τόκανες αυτό; Γιατί άφησες τσοι Τούρκοι να μου το κρεμάσουνε. Καλέ Παναΐα μου, Βαγγελίστρα μου, εσύ πού ήσουνα τότες; Γιατί δεν ήβαλες το χεράκι σου να μου το γλυτώσης απ’ την κρεμάλα;» Απ’ το βογγητό και το παραμιλητό, ηξύπναγε η μεγάλη τση εγγόνα και τσ’ ήλεγε: «Σώπα καλέ νενέ, μη βαρυγκομάς γιατί κολάζεσαι». Έπειτα από τόσην αγωνία αποκοιμιώτανε για λίγο κι ήβλεπε μέσ’ στον ύπνο τση, τση δυο αρχάγγελοι, τον Γαβριήλ και τον Μιχαήλ, ντυμένοι μέσα στα αστραφτερά άρματά τους, όπως είναι ζωγραφισμένοι στση θύρες του ιερού, να βαστάνε τση πύρινες ρομφαίες τους, να πετάνε χαμηλά, να χτυπάνε τσοι Τούρκοι και να τους φωνάζουνε: «Πίσω άπιστα σκυλιά, αφήστε τσοι Χριστιανοί!».
     Αχ Τσάτσα Στελιανή, και νάξαιρες. Έτσι σκοτώσανε και το μοναχογυιό της Παναγίας. Είχε πάει μια φορά στη χάβρα των Οβραίων και τσοι δίδασκε και τους ήλεγε. Δεν πειράζει που υποφέρετε επί της γης, κάντε υπομονή. Στον άλλο κόσμο όμως όσοι είσαστε δίκαιοι, ο Θεός θα σας ανταμείψη. Μπρος στο θρόνο του Παντοδύναμου ούλοι οι ανθρώποι είναι ίδιοι κι ο καθένας κατά τα έργα του. Ό,τι κάνεις, περιλάβεις.
     Το ακούσανε αυτό οι Οβραίοι οι παπάδες κι ηλυσσιάξανε. Ακούς εκεί είπανε, εμείς οι αρχιερέηδοι, ότι θάμαστε ίσιοι μπρος τη δικαιοσύνη του Θεού με τσοι χοιροβοσκοί και τση χαμάληδοι! Ηβοί, πού θα μας πάη. Τόνε πιάνουνε που λες, τόνε παραδίνουνε στον Πιλάτο κι αυτός τόνε παράδωκε στσοι Οβραίοι κι αυτοί τόνε σταυρώσανε.
     Από τότες ούλες οι βασανισμένες μαννάδες όλου του κόσμου παρακαλάνε με δάκρυα την Παναγία Παρθένο, που είδε το γυιο τση να τόνε σταυρώνουνε κι ησπαράχτηκε η καρδιά τση. Παναγίτσα μου, σώσε το παιδάκι μου από τον κίντυνο. Ακόμα λένε πως ούλα αυτά τα μαρτύρια του κόσμου τα κανονίζουνε μερικοί αφεντάδες, που ζούνε σε μια μεγάλη χώρα που τήνε λένε Σίτυ.
     Κάθουνται μέσα σε μια μεγάλη σάλα, γύρω από ένα πράσινο τραπέζι και πίνουνε ουΐσκια. Κολλητές στα ντουβάρια τση σάλας ακουμπάνε ατσαλένιες κάσες γεμάτες από χρυσάφι. Στον τοίχο ψηλά είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα που φωσφορίζουνε για να φαίνουνται καλά.
     Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Δημοκρατία, Ντεμόκρασυ.
     Κάθουνται λοιπόν οι αφεντάδες πίνουνε και καπνίζουνε μεγάλα πούρα. Μόλις μπη ο Σατανάς μέσ’ στη σάλα σηκώνουνται ούλοι και τόνε προσκυνάνε.
     Αυτοί κανονίζουνε πού θ’ ανάψη η φωτιά στον Κόσμο. Σήμερα στην Ευρώπη, αύριο στη Μικρασία, μεθαύριο στην Αραβία, τώρα πάλι στην Κύπρο. Όχι ότι το κάνουνε από ανάγκη. Έχουνε παράδες, αλλά είναι ταμαχκιάρηδες ―άπληστοι― θέλουνε κι άλλους. Έπειτα κάνουνε σεΐρι ―σπάνε πλάκα― να βλέπουνε τα παιδιά του κόσμου να σφάζουνται και να μαρτυράνε.
     Τώρα θα μ’ αρωτήσης γιατί δεν τους ρίχνει ο Θεός φωτιά για τση κάψη. Αμ’ ξαίρω κι εγώ το γιατί, τσάτσα Στελιανή; Εγώ είμαι ζουγράφος κι όχι Θεολόγος.
     Στη Σχολή των Καλών Τεχνών της Αθήνας μπήκα το Νοέμβρη του 1921 και αποφοίτησα το 1927. Καθηγητές της Σχολής ήτανε τότες ο Καλούδης, ο Βικάτος, ο Ροϊλός, ο Γερανιώτης, ο Θωμάς Θωμόπουλος, ο γλύπτης, ο Επαμεινώντας Θωμόπουλος, ο ζωγράφος, ο Μαθιόπουλος, ο Νίκος Λύτρας, ο Μποκατσιάμπης που δίδασκε προοπτική. Ιστορία της Αρχιτεκτονικής δίδασκε ένας πολύ ευσυνείδητος αρχιτέκτονας ο Τσιπούρας, ιστορία της Αρχαίας Τέχνης ο Αλέξ. Φιλαδελφεύς, κατόπιν ο εξαίρετος αρχαιολόγος Αντ. Κεραμόπουλλος και όταν αυτός διορίστηκε διευθυντής της Ακρόπολης δίδαξε σ’ αυτήν την έδρα ο Ζαχ. Παπαντωνίου, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης. Διευθυντής της Σχολής ήτανε τότες ο φημισμένος ζωγράφος Γ. Ιακωβίδης, ο οποίος σπούδασε στην Αθήνα και στο Μόναχο και είχεν εκεί ιδρύση δική του Σχολή. Τον μετεκάλεσε η Κυβέρνηση για να διοργανώση την Πινακοθήκη. Δάσκαλο στο χρώμα είχα τον Σίμωνα Σαββίδη για τον οποίον έγραψα μια μονογραφία στα Μικρασιατικά Χρονικά, ο οποίος έζησε 45 χρόνια στο Μόναχο και φημιζότανε σαν έξοχος χρωματιστής.
     Η Σμύρνη είχε πολύ ήρεμο ανατολίτικο χρώμα ανάμικτο με τον Ιωνικό χαρακτήρα της.
     Τα πολλά πανηγύρια των εκκλησιών μέσα στην πόλη, στα γύρω προάστειά της και στις κοντινές εξοχές δίνανε ευκαιρία κοντά στη θρησκευτική κατάνυξη να γλεντάη ο λαός με όλη του την καρδιά και να χαίρεται τη ζωή.
     Αυτά τα πανηγύρια και οι λαϊκές γιορτές ήτανε η πηγή της εμπνεύσεώς μου στα κατοπινά έργα μου.
     Έτρεχα παντού όπου υπήρχε σύναξη λαού, τα πάντα εντυπωνόντουστε στη φαντασία μου και την ψυχή μου. Και τώρα ύστερα από τόσα χρόνια ζω με την ανάμνηση της αγαπημένης Πατρίδας μου, της αδικοχαμένης, και είμαι με την ψυχή μου εκεί κάτω.

(από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972)