[14.5.1948]
Καραντζάς Μήτσος Ηλ.
Εκτύπωση
Το πρωί, τα χαράματα, με ξύπνησε η γυναίκα μου και βγήκα αμέσως στο καραούλι. Αφουγκράζομαι μήπως ακούσω βήματα και σιγά-σιγά άρχισε να φέγγει κανονικά και να διακρίνω όλον λίγο προς λίγο και περισσότερο. Κάθησα ώρα πολλή στο καραούλι, όπου ο ήλιος σκοτιδιαστός, βουρκωμένος φαίνεται, με χαιρέτησε και αυτός, μόλις διακρίνεται μέσα στα σύννεφα να βγαίνει στη ράχη Φασούλας. Καλημέρα του είπα πάλι και σημειώνω την ημερομηνία 14.5.48.
     Εκεί όπου καθήσαμεν και παρακολουθούσα με προσοχή τα γύρω υψώματα, μήπως υπάρχει εχθρός, βλέπω αποτόμως δίπλα μου στα πενήντα μέτρα έναν άνθρωπο με μαντύα και χακί μπερέ στο κεφάλι να περπατεί πολύ σιγά, πολύ προφυλακτικά μέσα στα πολύ πυκνά κοντολάτια. Αμέσως πήρα το όπλο στο χέρι, το πρότεινα προς αυτόν και περίμενα με προσοχή πότε θα βγει στο καθαρό να τον γνωρίσω (οι γυναίκες μόλις είδαν την κίνησή μου επάγωσαν), μα αυτός εσταμάτησε μέσα στο κλειστό και αφουγκράζετο, διότι προηγουμένως άκουσε την κουβέντα μας. Πρόβαλε το κεφάλι του έξω από κάτι λατσούδια.1 Αμέσως γνώρισα, ήταν ο Αργύρης Πανάγου (άλλος διωκόμενος). –Ψιτ, του κάνω, έλα εδώ.
     Μόλις με είδε, ρίχτηκε πάνω μου γεμάτος χαρά. Με αγκάλιασε και φιληθήκαμε. Οι γυναίκες σηκώθηκαν και αυτές και υποδέχτηκαν τον Αργύρη. Κατόπιν καθήσαμε στον ήλιο και είπαμε τα βάσανά μας, ο καθένας με τη σειρά. –Από τρόφιμα πώς πάτε; μας είπεν ο Αργύρης. –Έχομεν, του απάντησα, αρκετά, απ’ όλα, πλην λάδι, που δεν μας δόθη ευκαιρία να πάρομε, διότι εκεί που το έχω κρύψει δίπλα μένει στρατός. –Λάδι έχω εγώ, Μπάρμπα, δυο μπιτόνια εδώ πιο πάνω να πάμε να πάρομε. –Τότε αφού έχεις λάδι, να πάνε οι γυναίκες να μάσουν λάχανα και σαλιγκάρια και εμείς να πάμε να πάρομε το λάδι. –Να, έχω και εδώ στην μπουκάλα μερικό, λέγει ο Αργύρης. –Καλά, άσ’ το κι αυτό. Τότε έμεινε μόνον το καραούλι στη θέση του και οι άλλοι σκόρπισαν για τη δουλειά του ο καθένας, άλλος για λάχανα, άλλος για σαλιγκάρια, κι εγώ με τον Αργύρη φύγαμε για το λάδι. Αλλά μας έπιασε μια γερή βροχή. Σταματήσαμε κάτω από έναν έλατο και μετά γυρίσαμεν πίσω στη φωτιά. Τότε σταμάτησεν και η βροχή και πήραμε την απόφαση να πάει ο Αργύρης με τον Αντρέα μια βίκα2 δυόμισι οκάδες λάδι και να φέρουν να ρίξομε πολύ στο φαγητό, διότι είχαμε ημέρες να μαγειρέψουμε. Έφυγαν αυτοί και εμείς αρχίσαμε και μαγειρέψαμε τρεις φορές μέσα σε έναν τενεκέ κονσέρβας. Όταν τελειώσαμε τη μαγειρική ήρθεν και ο Αργύρης με τον Ανδρέα, ρίξαμεν και άλλο λάδι μέσα, φάγαμε πολύ πολύ σπουδαία. Έπειτα φκιάξαμε το αντίσκηνο καλά και κοιμηθήκαμε όλοι στη σειρά σαν οικογένεια. Το πρωί ξυπνήσαμε και βγήκε στο καραούλι ο Αργύρης, Γιώργος και Ανδρέας, κάθησαν αρκετή ώρα και γύρισαν πίσω σε μένα. –Μπάρμπα, έχομε από παντού ησυχία.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. λατσούδια: τα κλαδιά του έλατου.
 
2. βίκα: μικρή νταμιζάνα ή χιλιάρα = 1000 δράμια, δηλαδή 2 1/2 οκάδες.


(από το βιβλίο: Μήτσος Ηλ. Καραντζάς, Το ημερολόγιο ενός Καπαπίτη από τον Εμφύλιο (όσο σώθηκε), Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες ΙΙΙ, Βιβλιόραμα, 2004)