[24.6.1948]
Καραντζάς Μήτσος Ηλ.
Εκτύπωση
24.6.48, Πέμπτη. Το πρωί ξύπνησα θαμπά. Άναψα φωτιά. Έπειτα βγήκα στα γύρω καραούλια και κοίταξα με προσοχή όλο το γύρω μέρος. Από παντού ησυχία. Οι γυναίκες σηκώθηκαν και αυτές. Έβαλαν το φαγητό, ρεβίθια, σιτάρι. Όταν έγινε το φαγητό, καθήσαμε να φάμε. Τότε γαύγισε το σκυλί στο καραούλι. Άνθρωπος, είπα. Και έτρεξα με το όπλο. Είδα τον Αργύρη με τον Γιώργο. –Καλώς τα παιδιά, είπα, πώς περάσατε; Γιατί αργήσατε; Σας περιμέναμε από χθες πρωί. –Δεν τελείωσε η δουλειά μας προχθές, την τελειώσαμε εχθές και γι’ αυτό ήρθαμε σήμερα. Τότε καθήσαμε, φάγαμε όλοι μαζί και κατόπιν βγήκαμε όλοι στα καραούλια, πλην οι γυναίκες που κάνουν ετοιμασία για το βραδυνό φαγητό, πάλι το ίδιο.
     Το απόγευμα, ώρα πέντε, ακούμε κάτω στο γούπατο1 πατήματα μουλαριών. Η σκύλα, η Όρσα, πήγα εκεί γαύγισεν δυο φορές και έπειτα σιώπησεν. Είναι δικός μας αυτός, είπαμε. Σε λίγο έφθασε. Ήταν ο Κώστας Γαζής. Ήρθε να πάρει κρέας. Έσφαξε μια δαμάλα και έπειτα στείλαμε τον Αργύρη και τον Κομνά στον Ίταμο να φορτώσουν στο μουλάρι μια ρόδα αυτοκινήτου, που από πολύν καιρό βρίσκεται εκεί κρυμμένη. Το βράδυ τηγανίσαμε λίγο κρέας και φάγαμε μαζί με το άλλο φαγητό σιτορέβυθα. Έπειτα κοιμηθήκαμε. Όλη τη νύκτα περιμέναμε τον Αργύρη και Κομνά μα αυτοί άργησαν. Το πρωί με φωνάζει ο Κώστας λίγο θαμπά.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
 
1. γούπατο: κοίλωμα γης, σχετικά μεγάλη γούβα.


(από το βιβλίο: Μήτσος Ηλ. Καραντζάς, Το ημερολόγιο ενός Καπαπίτη από τον Εμφύλιο (όσο σώθηκε), Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες ΙΙΙ, Βιβλιόραμα, 2004)