[Πήγα φαντάρος στα χρόνια της χούντας]
Αθανασίου Κυριάκος
Εκτύπωση
Πήγα φαντάρος στα χρόνια της χούντας. Ήταν μετά τη βασική εκπαίδευση και υπηρετούσα σε ένα τάγμα ανεπιθύμητων, κοντά στα σύνορα.
     – Σε θέλουν στο Α2.
     Έτσι έλεγαν την υπηρεσία του Στρατού που ειδικευόταν στην παρακολούθηση. Δηλαδή στο σπιουνάρισμα.
     Νιώθω ένα σφίξιμο. Ξέρω πως δεν είναι ποτέ για καλό όταν σε καλούν εκεί. Στέκομαι όρθιος μπροστά στον αξιωματικό του γραφείου. Μου κάνει ερωτήσεις, ενώ συμβουλεύεται ένα φάκελο που έχει μπροστά του. Διαισθάνομαι πως είναι ο φάκελος μου και το σφίξιμο γίνεται πανικός.
     – Τι δουλειά κάνει η μητέρα σου;
     – Πού βρίσκεται τώρα ο αδελφός σου;
     – Με τι ασχολείται;
     – Τι σπούδασες εσύ;
     Οι ερωτήσεις διαδέχονται η μία την άλλη κι εγώ απαντάω, προσπαθώντας να μην κάνω κάποια χοντρή γκάφα.
     Κάποια στιγμή έχω οπτική επαφή με ένα σημείο του κειμένου (ή μήπως το άφησε επίτηδες για να το δώ;)
     «Υιός συμμορίτου», «αποθανόντος» ή «εκτελεσθέντος» ή κάτι τέτοιο.
     Σαν να σου λένε πως έχεις από γεννησιμιού σου το μικρόβιο της χολέρας. Κι ότι αυτοί το ξέρουν. Εκεί κατάλαβα για πρώτη μου φορά ότι ο κάθε άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται, αυτό που νομίζει πως είναι.
     Δεν είσαι μόνο αυτά που έχεις κάνει εσύ για τον εαυτό σου και με τον εαυτό σου, αυτά που σου έμαθαν ή έμαθες στη ζωή σου. Αυτό που έγινες παίζοντας με τ’ άλλα παιδιά, μιλώντας ή ακούγοντας τους γύρω σου, πηγαίνοντας στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο, αυτά που έμαθες ρωτώντας τη μάνα σου, τον πατέρα σου ή τον παππού σου. Πηγαίνοντας στην εκκλησία ή το σφαιριστήριο. Στο καφενείο...
     Είσαι πάντα και κάτι άλλο. Κουβαλάς μέσα σου και κάποιους άλλους. Τους δικούς σου. Αυτά που ήσαν εκείνοι. Αυτά που έκαναν εκείνοι ή έγιναν μ’ αυτούς. Κουβαλάς κι αυτά που έπαθαν ή πέρασαν.
     Πάνω στα βουνά της Ευρυτανίας δεν είχε πεθάνει μόνο ο θείος μου ο Θοδωρής. Είχε πεθάνει και κάτι από μένα. Στις φυλακές της Αίγινας ή της Χαλκίδας ήμουν κι εγώ φυλακισμένος μαζί με το θείο Νάσο. Οι βασανιστές του πατέρα μου είχαν σκοτώσει κάτι κι από μένα.
     Ακόμη κι αν ο πατέρας μου είχε ζήσει μια ήσυχη και ειρηνική ζωή, θα ήμουν πάντα ο ανεψιός εκείνου του «Θοδωρή» ή του γνωστού «Νάσου». Ένας διαρκής κίνδυνος για την ασφάλεια της χώρας. Ήμουν για πάντα ένα μίασμα, υιός συμμορίτου, ανεψιός συμμοριτών.


(από το βιβλίο: Κυριάκος Αθανασίου, Υιός συμμορίτου, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες ΙΙ, Βιβλιόραμα, 2003)