[Θυμάμαι σαν χθες τη μέρα που ο θείος ο Νάσος βγήκε από τη φυλακή]
Αθανασίου Κυριάκος
Εκτύπωση
Θυμάμαι σαν χθες τη μέρα που ο θείος ο Νάσος βγήκε από τη φυλακή. Ήταν κάμποσες μέρες πριν που ακούστηκε στο χωριό ότι θα ερχόταν.
     Τον πρωτοείδα στο μεγάλο δωμάτιο, του άλλου μου του θείου, του Κίτσου. (Κίτσος είναι για τους Αρβανίτες το υποκοριστικό του Χρήστου). Δε μου φάνηκε καθόλου εγκληματίας. Ούτε και στο μυαλό μου τον είχα έτσι. Ένας μάλλον γελαστός άνθρωπος, με παράξενα γαλανά μάτια, ξερακιανός.
     Ήταν αμέτρητες οι φορές που είχα ακούσει τη γιαγιά μου τη Χαϊδίτσα να μοιρολογάει στ’ αρβανίτικα για το στερνοπαίδι της αυτό. Έπαιρνε ένα καλάθι όπου έβαζε ένα κομμάτι καρβέλι και ένα μπουκάλι κρασί, καβάλαγε το γαϊδούρι και πήγαινε για το αμπέλι... Εκεί ψηλά στην Καρύδω. Περνούσε ατέλειωτες ώρες μοιρολογώντας τους τρεις γιούς της από το δεύτερο γάμο.
     Είχε μείνει χήρα με τρία ορφανά μετά το θάνατο του κυρ-Τάσου, του πρώτου της άντρα, όταν εμφανίσθηκε και τη ζήτησε αυτός ο μάστορας από τη Βόρεια Ήπειρο. Ο παππούς μου ο μπαρμπα-Πέτρος. Έκαναν τρία αγόρια μαζί. Τον Θοδωρή, τον πατέρα μου τον Βασίλη και τον Νάσο.
     Δεν της έμεινε κανένας από τους τρεις. Ο ένας σκοτωμένος, ο άλλος «Aγνοούμενος» και ο τρίτος στη φυλακή.
     Το θείο μου τον Θοδωρή (όπως και τον πατέρα) τον ήξερα μόνο από τη φωτογραφία. Ήταν και οι δυο τους δίπλα  δίπλα, όπως τους είχε ενώσει ο φωτογράφος (μάλλον από άσχετες φωτογραφίες). Πρόσωπο κανονικό, γαλανά μάτια, μάλλον σκληρό βλέμμα, πυκνά φρύδια. Το βλέμμα του έδειχνε άνθρωπο αποφασιστικό. Μάλλον ηγετικό.
     Αργότερα έμαθα πως ήταν από τα σκληροπυρηνικά μέλη του παράνομου ΚΚΕ στην περιοχή. Στρατολογήθηκε νωρίς στις τάξεις του κόμματος και του ΕΑΜ όταν βρέθηκε, πριν τον πόλεμο, να δουλεύει σερβιτόρος στην Αθήνα. Νομίζω ότι ήταν αυτός που μύησε τα άλλα αδέλφια στο μαρξισμό-λενινισμό.
     Στην πραγματικότητα, αυτός ήταν που ξεκίνησε όλη την ιστορία της οργάνωσης στο χωριό. Μια οργάνωση, που στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής θα φτάσει να αριθμεί μέχρι και διακόσια μέλη μόνο στο Μαυρομμάτι.
     Η γιαγιά η Χάιδω δεν πίστεψε ποτέ της ότι ο γιος της ο Θοδωρής είχε σκοτωθεί στη διάρκεια του Εμφυλίου. Είχε πάντα την ελπίδα ότι βρίσκεται κάπου στο παραπέτασμα, όπως ψιθυριζόταν στο χωριό, και πως κάποτε θα έπαιρνε νέα του, όταν θα έστρωναν τα πράγματα. Πέθανε, χωρίς να στρώσουν τα πράγματα και χωρίς να πάρει ποτέ νέα του γιού της. Κι όταν κάποτε γύρισε στο χωριό ο άλλος ο φυλακισμένος, ο Λούκας ο Πανούσης, έμαθα από το στόμα του την απλή αλήθεια.
     – Ο θείος σου σκοτώθηκε σε μία μάχη κοντά στο Καρπενήσι. Αναγνώρισαν το πτώμα του από τη θήκη του περιστρόφου που κουβαλούσαν οι αξιωματικοί του Δημοκρατικού Στρατού. Το πτώμα ήταν παραμορφωμένο, αλλά η θήκη του όπλου πρόβαλε έξω από το χιόνι.
     Η πραγματική ιστορία μάλλον είναι η εξής: Την άνοιξη του 1949, σκόρπιες ανταρτικές ομάδες από την περιοχή της Ανατολικής Στερεάς κινούνται δυτικά και ενώνονται με τον κύριο όγκο του Δημοκρατικού Στρατού στην περιοχή των Αγράφων και της Ευρυτανίας. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο θείος μου ο Θοδωρής. Διοικητής σε κάποιο από τα σώματα αυτά είναι ο καπετάν Γιώτης (ο Φλωράκης). Σε κάποια στιγμή παίρνει τη διαταγή να καταλάβουν το Καρπενήσι. Κατάφεραν οι αντάρτες να καταλάβουν την πόλη και να την κρατήσουν για μικρό χρονικό διάστημα. Στην υποχώρηση που ακολούθησε έχασαν ένα άνδρα.
     Το θείο μου τον Θοδωρή.
 
 
     – Νάσο, από ’δώ τα παιδιά του Βασίλη.
     Βροχή τα δάκρυα. Συγκίνηση.
     Είχε μπει εκεί μέσα σχεδόν έφηβος και τώρα κόντευε τα τριάντα. Τα πιο ωραία χρόνια πίσω από τα σίδερα. Στο έλεος του κάθε ΕΣΑτζή. Να μην έχεις νιώσει το γυναικείο χάδι. Να μην έχεις δικό σου σπιτικό.
     Για μένα ήταν σαν ξένος. Θυμάμαι όμως τη μέρα που τον είχαμε επισκεφθεί με τη μάνα στη φυλακή. Στη Χαλκίδα, νομίζω. Θα πρέπει να ήμουν γύρω στα τέσσερα. Θυμάμαι τη σκηνή στο επισκεπτήριο. Την έντονη κίνηση και το πλήθος. Αλλά κυρίως τον τρόπο που καλούσαν τους φυλακισμένους. Φαντάζομαι πως σχεδόν όλοι ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι. Έλεγες σε κάποιον εκεί μπροστά το όνομα του δικού σου προσώπου και αυτοί που ήταν μπροστά το φώναζαν προς τα πίσω.
     – Παπαζάχοοος, Παπαζάχοοος, Παπαζάχοοος...
     – Ιατρίδηηης, Ιατρίδηηης, Ιατρίδηηης... Έτσι το μήνυμα έφτανε στα ενδότερα της φυλακής. Ήταν ένα είδος εσωτερικού τηλεφώνου.
     Αργότερα, θα μου εξηγήσει ο θείος μου, πως είχαν δικό τους κράχτη και φώναζαν τα ονόματα εκείνων που είχαν επισκεπτήριο με έναν ορισμένο τρόπο, γιατί πολλές φορές περίμεναν απ’ έξω διάφορες ομάδες παρακρατικών και μπουζούριαζαν στο ξύλο διάφορους κρατούμενους, με αφορμή το επισκεπτήριο. Θυμάμαι μόνο πως ήρθε ο θείος μου χωρίς να θυμάμαι το πρόσωπό του ακριβώς. Και ότι ήταν χαρούμενος. Τα χρήματα που του πήγαμε θα του ήταν πολύτιμα. Τα είχε μαζεμένα η γιαγιά δραχμή δραχμή.
     Τα μάζευε κάνοντας την πρακτική γιατρό. Την ορθοπεδικό. Σαν κοπέλα είχε μείνει χρόνια κοντά σε κάποιον βλάχο, που φαίνεται πως ήταν διάσημος πρακτικός γιατρός. Δεν ξέρω αν ήταν επίθετο ή παρατσούκλι. Έτσι κι αλλιώς όποιος έμενε πέρα από το τελευταίο αρβανιτοχώρι, το Μούλκι, ήταν για μας «βλάχος». Μου φαίνεται πως υπήρχαν μόνο τρεις κατηγορίες ανθρώπων: οι Αρβανίτες, οι γύφτοι και οι βλάχοι.
     Αντέγραψε η γιαγιά λίγη από την τέχνη του και την εφάρμοζε με επιμέλεια στο χωριό. Όποιος είχε σπασμένο χέρι, στραμπουλιγμένο πόδι σ’ αυτήν κατέφευγε. Έρχονταν από τα γύρω χωριά και την αναζητούσαν. Τη θυμάμαι να ψαχουλεύει με σχολαστικότητα το χτυπημένο μέλος, να το αλείβει με λάδι, να το βάζει στη θέση του. Η αμοιβή ήταν προαιρετική αλλά όλο και υπήρχε. Πότε μια δραχμή, πότε κάποιο αυγό. Τα μάζευε με υπομονή η γιαγιά η Χαϊδίτσα και τα έβαζε στον κόρφο της.
     Απ’ αυτά έδινε πότε πότε και στον αδελφό μου τον Πέτρο. Της θύμιζε τόσο τον πατέρα και κάθε φορά που τον έβλεπε έβαζε τα κλάματα. Πάντα έλεγαν στο χωριό πως εκείνος έμοιαζε του πατέρα κι εγώ της μάνας...
     – Βασίλη μου, του έλεγε, και όλο και του έβαζε στα χέρια του κάποιο νόμισμα. Ζήλευα τρομερά. Γι’ αυτήν ήταν σαν να μην υπήρχα και της το είχα φυλαγμένο. Κάποια μέρα διασταυρωθήκαμε σε κάποιο σημείο του χωριού. Με φώναξε με το όνομά μου και ήρθε προς το μέρος μου.
     – Άι στο διάολο πουτάνα. Ήταν η πληρωμένη μου απάντηση.
     Πήγε με κλάματα και παραπονέθηκε στη μάνα μου.
     – Ακούς εκεί να με πει πουτάνα... Δεν πιστεύω «νούσια» να τα δασκαλεύεις εσύ έτσι τα παιδιά...
     – Ο μικρός το έχει καημό πως δεν του δίνεις τίποτε αυτουνού... Όλα στον μεγάλο τα δίνεις. Κι αυτός ζηλεύει....
     Φαίνεται πως η εξήγηση βρήκε τόπο, γιατί από εκείνη την ημέρα όλο και κάτι ψιλό μου έδινε.
 
 
Τα χρήματα τα μάζευε δεκάρα δεκάρα η φουκαριάρα όχι για τον εαυτό της, αλλά κυρίως για το φυλακισμένο γιο της. Και με κάθε ευκαιρία του έστελνε. Έτσι, ο θείος μου κάλυπτε ένα μέρος από τα έξοδά του.
     Βέβαια, η διαδικασία της αποστολής δεν ήταν εύκολη. Το πιο κοντινό ταχυδρομείο βρισκόταν στη Θήβα. Μα η γιαγιά μου είχε πάει στη Θήβα μόνο μια φορά: αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά για να μείνει μπουζουριασμένη στη φυλακή μαζί με τους δύο θείους μου, τον Νάσο και τον Κίτσο για 3-4 μήνες. Κράτησαν το θείο μου τον Νάσο και αυτή με το θείο Χρήστο επέστρεψαν στο χωριό. Στη Θήβα δεν ξαναπήγε. Μα ακόμη και ταχυδρομείο να υπήρχε στο χωριό ποιος θα το εμπιστευόταν να στείλει λεφτά σε κάποιον κρατούμενο, και μάλιστα πολιτικό!
     Έτσι, το ρόλο αυτό τον ανέλαβε η μάνα μου. Και βέβαια, όσο ο θείος μου ο Νάσος ήταν στις φυλακές της Θήβας ή της Χαλκίδας τα πράγματα ήσαν κάπως καλύτερα. Όταν όμως μεταφέρθηκε στην Αθήνα, εκεί άρχισαν τα ζόρια για τη μάνα.
     Γιατί η Αθήνα της εποχής αυτής είναι μια απέραντη φυλακή. Υπάρχουν φυλακές στου Αβέρωφ στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, αλλά και κάπου στην Κηφισιά, στην Καλλιθέα, στον Πειραιά. Για κάποιους λόγους περίεργους μεταφέρουν συνεχώς τους κρατούμενους από φυλακή σε φυλακή. Έτσι, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς εξήγηση. Της έτυχε μια φορά της μάνας μου να γυρίσει τρεις φυλακές μέχρι να εντοπίσει το θείο μου και να του δώσει τα χρήματα. Και όλα αυτά με τα άθλια μέσα της εποχής. Της πήρε τρεις μέρες γεμάτες, χώρια την ταλαιπωρία και τα έξοδα.
     Τα χρήματα αυτά βοηθούσαν το θείο μου να επιβιώσει στις άθλιες συνθήκες των φυλακών καλύπτοντας ένα μέρος από τα έξοδά του. Κάποια άλλα έξοδα τα κάλυπτε από την πώληση των χειροτεχνημάτων.
     Τα είχα δει αρκετές φορές σε κάποια σπίτια του χωριού. Καραβάκια φτιαγμένα στο χέρι ή κορνίζες για φωτογραφίες τοίχου ή καρφιτσοθήκες. Από κάτω υπήρχε κάποιο σκληρό χαρτόνι και γύρω γύρω τύλιγαν οι κρατούμενοι με σχολαστικότητα κάποιο είδος χόρτου σε δύο χρώματα. Θύμιζαν κάτι σαν κέντημα, σαν πίνακα...
     Στο πρώτο στρατοδικείο καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Βρέθηκε για λίγο στη Γυάρο, έκανε έφεση, και στο δεύτερο δικαστήριο μετέτρεψαν την ποινή του σε εικοσαετή κάθειρξη.
     Πέρασε την υπόλοιπη ποινή στην Αίγινα, με θαλαμάρχη για ένα διάστημα τον Μανόλη Γλέζο.
 
 
Η φυλακή όμως ήταν που με μπέρδευε τόσο πολύ. Ήξερα ότι στη φυλακή πηγαίνουν οι κακοί. Οι κλέφτες. Οι κακούργοι. Και ο δικός μου ο θείος ήταν στη φυλακή. Δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι ο δικός μου θείος ήταν εγκληματίας. Ούτε όμως τολμούσα να ρωτήσω. Από την άλλη, κανένας στο χωριό δε μιλούσε με κακία για το θείο. Αντίθετα. Τα σχόλια που συνόδευαν την αναφορά στο όνομά του κάθε φορά που το ’φερνε η κουβέντα, ήταν σχόλια συμπάθειας:
     – Α, το φουκαρά το Νάσο...
     – Άτυχος κι αυτός ο Θανάσης. Μήπως έφταιγε σε τίποτα; Δεκάξι χρονών ήταν στην Κατοχή, πού να ξέρει από πολιτικά; Την πλήρωσε και για τους άλλους.
     Εκείνο που δεν πρόβλεψαν οι έξυπνοι αρμόδιοι ήταν το μετά. Το άβγαλτο χωριατόπαιδο μέσα στις φυλακές συναναστράφηκε με την αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης που ήταν εκείνη την εποχή (και κάθε εποχή) οι Έλληνες αριστεροί. Και, φυσικά, ήταν σχεδόν όλοι πίσω από τα ίδια σίδερα. Έτσι, μπορεί να μην πρόλαβε να πάει σαν τον αδελφό του στο «Σχολαρχείο», θήτεψε όμως σε ένα από τα πιο καλά πανεπιστήμια. Και όταν βρέθηκε έξω και γίνανε οι καιροί πιο εύκολοι, η γλώσσα πήγαινε ροδάνι.
     Μέχρι τότε, όμως, και «έξω» τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι δουλειές σπάνιζαν. Αλλά ακόμη και όταν υπήρχε δουλειά, ποιος έπαιρνε στη δούλεψή του έναν πρώην πολιτικό κρατούμενο; Ευτυχώς, υπήρχαν και οι βαριές δουλειές για τις οποίες δεν έβρισκαν και τόσο εύκολα εργατικά χέρια. Για πρώτη φορά φτιάχνονταν στην Ελλάδα κεντρικοί οδικοί άξονες, που έπρεπε να περάσουν μέσα από πετρώδη και κακοτράχαλα μέρη.
     Για διαμονή στο χωριό ούτε κουβέντα. Εκεί ίσχυε ακόμη το δίκαιο των Μουργαίων και των παρακρατικών. Όχι πως στην πόλη ήταν ιδανικά τα πράγματα, αλλά όπως και να το κάνεις, κάπως χανόσουν και περνούσες απαρατήρητος.
     Έτσι, για κάμποσα χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, απασχολήθηκε στο φτιάξιμο των δρόμων, μέχρι να αποκτήσει κάποια χωράφια, οικογένεια και σπιτικό.


(από το βιβλίο: Κυριάκος Αθανασίου, Υιός συμμορίτου, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες ΙΙ, Βιβλιόραμα, 2003)