Γύρω στο ιερό σφάγιο
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Τύχη αγαθή, γιατί παρουσιάστηκα ανενόχλητος από κάποιο υποχρεωτικό ερωτηματολόγιο στο πλακόστρωτο της αυλής, όπου ήταν ξαπλωμένο και σφαγμένο ένα μεγάλο μουλάρι. Τα αίματα που έτρεχαν από τη σφαγή πλημμύρισαν το πλακόστρωτο της αυλής. Αυτοί που είχαν αναλάβει το δύσκολο έργο του σφαγέα, μ’ ένα τσεκούρι κομμάτιαζαν το ηρωικό ζώο, αληθινό αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού. Όπως σε χορό αρχαίας τραγωδίας, αντάρτες κι αντάρτισσες ήταν συγκεντρωμένοι γύρω απ’ το βωμό της μεγάλης θυσίας. Η παρουσία μου δεν είχε κάποια συνέχεια. Κανένας δεν μου μίλησε, δεν με πρόσεξε. Δεν με ρώτησε ποιος είμαι, από πού έρχομαι, πού βρίσκεται η Μεραρχία. Μα και η Μεραρχία δυστυχώς αγνοούσε την εδώ παρουσία του. Επαγρύπνηση μηδέν!
     Ένας ταγματάρχης, που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, έδινε κάποιες οδηγίες, ίσως για τη μαγειρική του ηρωικού μουλαριού. Σκόπιμα τον επλησίασα και προσπάθησα ν’ ανοίξουμε συζήτηση για τις επιχειρήσεις του στρατού, του είπα πόσο επικίνδυνη είναι η θέση τους εδώ, χωρίς μέτρα επαγρύπνησης και αντίστασης σε περίπτωση αιφνιδιασμού. Τον ρώτησα αν αγνοούν την πλημμύρα του στρατού που υπάρχει πάνω απ’ τη σκούφια τους, στην κορυφογραμμή της Οξυάς. Καμιά συζήτηση δεν ακολούθησε κι ούτε ρίχτηκε κάποιο σχέδιο ή πάρθηκε απόφαση. Το πνεύμα της κατάπτωσης, του κάματου και της αδιαφορίας ήταν διάχυτο. Όπως αργότερα έμαθα, το τμήμα αυτό αποδεκατίστηκε την ίδια μέρα.
     Ας ρίξουμε και μια ματιά στη φριχτή σκηνή της δολοφονίας του μουλαριού. Ο πιο έμπειρος, μ’ ένα τσεκούρι, χτύπησε δυνατά  στο κεφάλι το ζώο, που το είχαν δεμένο στα μπροστινά του πόδια­ κι έπεσε το μουλάρι. Τότε με το τσεκούρι άρχισε να κόβει κομμάτια και να τα μοιράζει σε παρτίδες στον καθένα. Μου έδωσε κι εμένα ένα κομμάτι και το πέταξα στο γυλιό μου. Έριξα με προσοχή μια ματιά μήπως υπάρχει κανένας γνωστός. Ένιωθα σαν απαραίτητη την ανάγκη να έχω μια μικρή συντροφιά. Έχει κάθε άνθρωπος τις μικρές του αδυναμίες. Και βγήκε σε καλό το ψάξιμο. Συνάντησα τον πολύ γνωστό μου συναγωνιστή Κώστα Τσεπά από τον Ασπρόπυργο (Αντράνοβα) Ευρυτανίας. Μου είπε πως είναι «κομμένος», από καιρό.
     Δεν είναι εύκολη υπόθεση ν’ αναλυθεί η ψυχολογία των «κομμένων» και λουφατζήδων ανταρτών. Ο κόσμος και σήμερα ακόμη αγνοεί πόσο σκληρή ήταν η ζωή των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού στη Ρούμελη. Ο κουρασμένος και πεινασμένος μαχητής που ετρόμαξε τον αντίπαλο στη μάχη, έχοντας να υπερνικήσει ανυπέρβλητες καταστάσεις, νηστικός, χωρίς υπόδηση και ρουχισμό, αδυνάτιζε χωρίς να θέλει. Και σε κάποια στιγμή ψυχολογικής και σωματικής υπερκόπωσης παραμέριζε στη νυχτερινή πορεία.
     Για να καταλάβετε το φαινόμενο, σας γνωρίζω πως το φθινόπωρο του 1948 παραμείναμε στο χώρο της Ρούμελης 90 ημέρες. Οι νυχτερινές πορείες κράτησαν 90 νύχτες. Με την αυγή, λημεριάζαμε πρόχειρα σε κάποιο σημείο, περιμένοντας και λίγο ψωμί, αλεύρι, μήλα, καρύδια και ό,τι υπήρχε ακόμα το φθινόπωρο, από μια επιμελητεία-φάντασμα. Κι ακόμα, η ατομική φροντίδα του κάθε αντάρτη στρέφονταν στην εξοικονόμηση κάποιας –οποιασδήποτε– τροφής. Μαζεύαμε καρύδια που ήταν άφθονα, κάστανα, κανένα σταφύλι, και ξεγελούσαμε την πείνα. Αυτός ο παραμερισμένος αντάρτης συναντούσε και κάποιον άλλο συναγωνιστή, έφκιαναν μια μικρή ομαδούλα. Μετά, όλη τους η φροντίδα στρέφονταν στην εξοικονόμηση τροφής και άλλων ειδών που έβρισκαν στα άδεια σπίτια των χωριών. Οι πιο συνειδητοί αγωνιστές φρόντιζαν να συναντήσουν αντάρτικο τμήμα και να ενταχθούν.
     Οι αντίπαλοι εφάρμοσαν την αγγλική ταχτική. Άρπαξαν τους χωρικούς με το ζόρι κι έμειναν τα χωριά έρημα και τα σπίτια ολάνοιχτα. Δεν υπήρχε πιο τραγική εικόνα από το να μπαίνεις στα χωριά και ν’ αντικρύζεις χορταριασμένες τις αυλές, ανοιχτά παράθυρα και πόρτες και να τα δέρνει τρία χρόνια ο αέρας. Εδώ, με πολλή οικονομία, θα αναφερθούμε πως υπήρξαν και περιπτώσεις συνειδητού «κοψίματος» από τα μαχόμενα τμήματα. Και τελικά, με τα πιο βάρβαρα μέσα που εφάρμοζαν εναντίον τους, υπέκυπταν σε πολλούς πειρασμούς, να κατηγορήσουν δηλαδή άλλους συναγωνιστές. Και το επιμύθιο ήταν πως οι περισσότεροι ή στέλνονταν στα εκτελεστικά αποσπάσματα ή τους καθάριζαν επιτόπου.
     Ανακοίνωσα, λοιπόν, στον Τσεπά το δρομολόγιό μας προς Κρικελιώτικα Καλύβια (Παναρέικα). Η παραμονή μας με τους εδώ εγκυμονεί κινδύνους. Ύστερα, υπάρχει άμεσο χρέος να συναντήσω τη Μεραρχία. Θα κυνηγήσουμε τα ίχνη της, όπως τα λαγωνικά. Ο Τσεπάς συμφώνησε να βαδίσουμε μαζί, αλλά αυτός μετά θα συνεχίσει την πορεία προς το χωριό του. Εκεί θα κάνει λούφα, ώσπου να συνδεθεί με κάποιο τμήμα. Αυτό ήταν βέβαια ένα πρόσχημα, γιατί η περιοχή των Αρακυνθίων ήταν πάντα νεκρή από την παρουσία του Δημοκρατικού Στρατού, ενώ δυναστεύονταν από τους άγριους φονιάδες της Δεξιάς, τους Γανωμεναίους. Πάντως, συμφωνήσαμε πως δεν πρέπει να παραμείνουμε στα Πουγκάκια, γιατί ο κίνδυνος του χτενίσματος της περιοχής θα ήταν άμεσος με τον ερχομό της ημέρας.
     Χωρίς αργοπορία, ξεκινήσαμε για την Οξυά. Αν μας βοηθήσουν οι αστάθμητοι παράγοντες, που σαν «από μηχανής θεοί» δίνουν λύσεις που δεν περιμένουμε, μπορεί να πετύχουμε το σκοπό μας. Ο ήλιος δεν πρόβαλε ακόμα για να λάμψει ο τόπος, κι εμείς αρχίσαμε την ανάβαση, καλυμμένοι στο μεγάλο καστανόλογγο των Πουγκακιών. Επειδή το γνωμικό των χωριών της Ρούμελης μας συμβουλεύει ότι «και ο λόγγος έχει αυτιά», βαδίζουμε προσεχτικά, χωρίς θόρυβο. Πρέπει να φτάσουμε σιγά-σιγά, στην παρυφή του τεράστιου καστανόλογγου. Ανεβαίνουμε με κάθε προφύλαξη, για να φτάσουμε στο σπανό.1 Δεν πρέπει να μας πάρει η νύχτα, ώστε να κάνουμε εξονυχιστική παρατήρηση για την κίνηση του στρατού. Θα υπολογίσουμε τις ενέδρες του στρατού, τα σημεία συγκέντρωσης των ζώων, που θα εγκατασταθούν οι μονάδες στ’ αντίσκηνά τους. Πρέπει να εξασφαλίσουμε σίγουρο πέρασμα, από αφύλαχτο σημείο. Ο ωραίος καστανόλογγος μας προσφέρει κατάμαυρα γυαλιστερά κάστανα, μαζί με τα ξηρά φύλλα των καστανιών. Έτσι εξοικονομήσαμε και το συσίτιο της ημέρας, τρώγοντας άβραστα κάστανα.
     Η νύχτα πλησιάζει. Η παρατήρησή μας γινόταν με σχολαστικό τρόπο. Όταν βγήκαμε έξω από τον καστανόλογγο, άρχισε η γυμνή γη, που έσβηνε στην κορυφογραμμή. Εκεί η κίνηση του στρατού συνεχίζονταν με βιασύνη. Βλέπουμε ομάδες φαντάρων, που βαδίζουν στις αποστολές τους. Άλλοι σέρνουν μουλάρια με δυνατές φωνές. Όλα αυτά φανερώνουν πως ετοιμάζονται να περάσουν τη νύχτα τους.
     Εμείς δυναμώνουμε την προσοχή μας και δεν παρατηρούμε μόνο την κίνηση στην κορυφογραμμή. Έχουμε επισημάνει και χαρακτηριστικά σημεία της πλαγιάς, όπως κάποια βραχάκια, μικρές πτυχές του εδάφους, που μπορεί να τοποθετηθούν ενέδρες. Τελικά, επιλέξαμε κάποιο σημείο της κορυφογραμμής που απέχει από τη θέση μας ώς διακόσια μέτρα γυμνού εδάφους, με χαρακτηριστικό γνώρισμα μερικά σωριασμένα βραχάκια. Η παρατήρησή μας είναι πως αυτό το σημείο δεν απασχόλησε κάποιους φαντάρους, που στις κινήσεις τους δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτά τα βραχάκια. Η απόφασή μας είναι οριστική. Τα βραχάκια είναι ο στόχος μας.
     Το σούρουπο ξαπλώθηκε στη γη. Εμείς, σύμφωνα με την απόφαση, αλλά και με το σταμάτημα της κίνησης στρατιωτικών τμημάτων, βαδίζουμε προς το στόχο μας. Για ένα δευτερόλεπτο κρατούμε αναπνοή και βάδισμα, μήπως πιάσουμε κάποιο θόρυβο. Ησυχία! Πλησιάζουμε το στόχο, από κάτω προς τα επάνω, με αναστατωμένη την καρδιά. Κανένας θόρυβος. Τώρα πετάμε μικρά χαλίκια προς τα βραχάκια. Καμία αντίδραση. Αποφασίζουμε το πέρασμα, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις μας, καβαλούμε τα βραχάκια και ριχνόμαστε σε μια ύποπτη κατηφοριά. Αθόρυβα σκύβουμε στο έδαφος ν’ ανακαλύψουμε κάποιο ντορό. Τίποτε δεν μαρτυρεί εχθρική παρουσία. Ο χώρος είναι απάτητος, παρθένος. Ούτε φωτιά ή ντορός ζώων δεν υπάρχει. Επειδή δεν πρέπει να παραμείνουμε εδώ, προχωρούμε σε κάποιο μονοπάτι που βρέθηκε, παρθένο κι αυτό. Μέσα σε μια συστάδα ελάτων, ανακαλύψαμε καλύβι παλιό, χαλασμένο σχεδόν. Παραμερίσαμε και καθίσαμε να ξεκουραστούμε λίγο. Κάνοντας μια ανακεφαλαίωση των όσων έγιναν ως τώρα, συμφωνήσαμε πως η μικρή μας επιχείρηση πέτυχε. Κάποια ελπίδα γεννιέται ότι μπορεί να συναντήσουμε τη Μεραρχία, εκτός αν άλλαξε δρομολόγιο από κάποια σημαντική αιτία. Όλα γίνονται!
     Ξημερώνει η 8η Ιουνίου 1949. Κουβαριασμένοι στην τρύπια καλύβα, αντικρύζουμε το σκηνικό του δασωμένου τοπίου. Μεγιστάνες του πυκνού δάσους τα έλατα, με τις προεξέχουσες πυραμιδικές κορφές τους. Αφού τρώμε κάστανα άβραστα, αντί για το πρωινό ρόφημα, αρχίζουμε την ανίχνευση, σαν αρχαίοι ραβδοσκόποι ή σύγχρονοι ανιχνευτές υπόγειων νερών. Κινούμαστε χωριστά, με οριζόντια απόσταση, να βρούμε ή να εικάσουμε ίχνη από τμήμα. Απογοητευμένοι, σταματούμε κάπου να ξεκουραστούμε και να μιλήσουμε. Οι συλλογισμοί μας είναι επιφυλακτικοί για να ορίσουμε κάτι συγκεκριμένο.
     Αποφασίσαμε τότε να στρέψουμε την ανίχνευσή μας προς το ζυγό που περνάει η δημοσιά Ράχης Βελουχιού-Κρικέλου. Την περνάμε σε πολλά σημεία στο μήκος της, χωρίς καμιά ένδειξη. Αν η Μεραρχία εφάρμοζε την απόφασή της να κινηθεί προς Κρίκελο-Ναυπακτία, ήταν αδύνατο να μη βρούμε τα ίχνη της. Είμαι βαθιά λυπημένος, γιατί ξεκόπηκα από τον Διαμαντή. Ποτέ δε δοκίμασα τόση στενοχώρια βουτηγμένη στη σκέψη της πιο μαύρης μελαγχολίας.
     Αφήνουμε τη δημοσιά προς Κρίκελο και πέφτουμε σε οροπέδιο, όταν διαπιστώνουμε ότι είναι πατατοχώραφα του χωριού Συγγρέλο Ευρυτανίας. Πέντε ώρες μακριά από το Καρπενήσι. Από την παρατήρησή μας δεν διαπιστώσαμε φρέσκα ίχνη από τμήματα, γι’ αυτό με θάρρος μπαίνουμε στα πατατοχώραφα, που είναι όλα ανασκαμμένα από τους ανθρώπους και τ’ αγριογούρουνα. Κι ακολουθώντας την πείρα των ζώων, όταν είναι πεινασμένα, σκάβουμε πάνω στ’ ανακατωμένα χώματα κι ανακαλύπτουμε ωραίες κίτρινες πατάτες. Δεν έχουμε σκαφτικό εργαλείο, μα χρησιμοποιούμε μυτερά ξύλα, που υπάρχουν από άλλους που πέρασαν και σκάβουμε το παρθένο οργωμένο έδαφος. Και βρίσκουμε ωραίες πατάτες. Μαζέψαμε αρκετές, για να εξασφαλίσουμε κάποιο συσσίτιο. Μερικές πατάτες τις φάγαμε όπως τις ξεθάψαμε, αφού τις καθαρίσαμε από τα χώματα.
     Ανησυχώ για την κακή εξέλιξη που παίρνουν τα σχέδια που είχαμε. Τώρα είμαι ένας «κομμένος» αντάρτης, που τίποτε δεν μπορεί ν’ αποδείξει τις καλές του προθέσεις.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
 
1. σπανό: περιοχή γυμνή από βλάστηση.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)