Φαινόμενα παραίσθησης
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Ξεκίνησα το ταξίδι προς το άγνωστο με βαριά καρδιά. Περιμένω να λειτουργήσει ο μηχανισμός των ενστίχτων της ζωής. Τότε το άτομο οπλίζεται με δύναμη και θάρρος. Απομακρύνει κάθε υποθετικό ή και πραγματικό κίνδυνο. Άρχισα λοιπόν την ψυχολογική και τοπογραφική ετοιμασία. Ο προσανατολισμός μου δεν είναι δύσκολος. Θα διαβώ τον Καρπενησιώτη που είναι δίπλα μου. Θα ανεβώ την πλευρική βραχώδη κατάληξη της Χελιδόνας από αριστερά στη βορειοδυτική πλευρά, ώσπου να συναντήσω τα χωριά Φιδάκια, Μηλιά, Παπαρούσι, που γνωρίζω το χώρο τους. Μια περιοχή καθόλου φιλική προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Πολλοί Καπαπίτες μας εξοντώθηκαν από ανθρωποφάγους Μάυδες.
     Πέρασα τον Καρπενησιώτη και καθρεφτίστηκα στην ασημένια επιφάνεια του νερού, σαν βουνίσιος νάρκισσος. Και είδα τη μορφή μου… Ώστε εγώ είμαι λοιπόν αυτός ο κακοντυμένος, με τα σκισμένα ρούχα, το μισό παπούτσι, αδύνατος με βουλιαγμένα μάτια κι αχτένιστα μακριά μαλλιά κι ένα παλιό δίκοχο, που στη μετώπη του ξεχωρίζουν τρία γράμματα: ΔΣΕ.
     Σε λίγο αντίκρυσα το μικρό χωριουδάκι. Κι ήταν τόσο έρημο, όπως ένας νεκρός παρατημένος. Τα σπίτια του έμοιαζαν πρόσωπα πέτρινης εποχής – ναυάγια φοβερής θεομηνίας μ’ ολάνοιχτα παράθυρα και πόρτες. Σ’ ένα σαραβαλιασμένο χαμόσπιτο, που κάποτε θα ήταν καφενές, διάβασα μια ξεθωριασμένη επιγραφή: ΙΡΚΙΣΤΑ. Ώστε βρίσκομαι στην Ιρκίστα, που υποφέρει ακόμα από κληρονομική σύφιλη, ενθύμιο των καταλανών καταχτητών που δυνάστευαν την περιοχή κατά το 1300-1400 μ.Χ. Ακόμα και μια κορυφή του σημερινού ψηλού βουνού Παναιτωλικό έχει το όνομα Κατελάνος. Οι καταχτητές πάντα επιδιώκουν την υστεροφημία τους.
     Άρχισα το ψάξιμο. Η ελπίδα δεν πρέπει να εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο. Στα φτωχόσπιτα, που ποτέ τους δεν δοκίμασαν όχι την αφθονία μα την έλλειψη, τα πάντα ήταν αναποδογυρισμένα. Δε βρήκα τίποτα. Για τους αντάρτες το ψάξιμο, έστω κι αν έμειναν με χέρια αδειανά, είχε τη γλύκα του. Μια άγνωστη ηδονή προσθέτονταν στον ώς τώρα βίο τους. Αυτή η καινούργια διαστροφή έχει παρασύρει πολλούς. Ακόμα κι εκπατρισμένοι χωρικοί έρχονται με σκαφτικά εργαλεία και σκάβουν για το «θησαυρό».
     Σ’ ένα χορταριασμένο κηπάριο αντίκρυσα μουριές με λευκά, μελωμένα μούρα, πεσμένα καταγής. Έσκυψα κι άρχισα να τρώγω με λαιμαργία τους ωραίους καρπούς. Δυστυχώς όμως, τα μούρα ήταν μπερδεμένα με κάτι επικίνδυνα χόρτα, που τα λέγαμε «σακοκρύπια». Αλίμονο, αν ένα θρονιάζονταν στο λαιμό. Δεν έβγαινε με κανένα τρόπο. Σταμάτησα κι άρχισα να φτύνω, μήπως κανένας απ’ αυτούς τους εχθρούς ξεπέρασε το «έρκος οδόντων». Μελοδραματικό ήταν το ρέκβιεμ αυτής της προσφοράς.
     Με κρυφή ελπίδα επισκέφτηκα τη μικρή εκκλησούλα αναζητώντας λίγο λάδι. Κοιτάζοντας τα καντήλια, ανακάλυψα στα ποτηράκια τους ένα μαύρο, πηχτό υγρό, που πριν από μερικά χρόνια ήταν λάδι. Κάπου βρήκα στο ιερό ένα μικρό γυάλινο βάζο, που βίδωνε το σκέπασμά του. Σ’ αυτό άδειασα το λάδι. Όταν όμως το δοκίμασα, ήταν απαίσια η γεύση του. Παρά τη μεγάλη μου λύπη, το πέταξα. Ήταν πικρότερο κι από το κώνιο που πότισαν τον Σωκράτη. Περίλυπος κοίταξα τις εικόνες, σαν να ήθελα να τους πω το παράπονό μου. Μα οι περισσότερες απουσίαζαν, είχαν κλαπεί. Και τα βιβλία έγιναν τροφή των ποντικιών. Στ’ απομεινάρια κάποιων σελίδων, διάβαζα υπογραφές φαντάρων που πέρασαν από εδώ.
     Βγήκα έξω και κάθισα σιωπηλός στο πέτρινο πεζούλι. Σαν να κλείσαν οι στράτες της μνήμης και της συλλογής. Μ’ έζωνε μοναξιά εφτάδιπλη, νιτσεϊκή. Κι άρχισε να γίνεται επικίνδυνη. Σαν την Κίρκη προσπαθεί να με κρατήσει στη φονική αγκαλιά της. Συνήλθα από το μαγικό αγκάλιασμά της κι αισθάνθηκα μια ελάχιστη αισιοδοξία. Λοιπόν! Ας τελειώσουν οι χαμένες μέρες και τα ταξίδια στη χώρα της ουτοπίας. Πρέπει να προετοιμαστώ ψυχολογικά και σωματικά για το ταξίδι που έχω χρέος να συνεχίσω. Κι αν δεν συναντήσω τη μονάδα μου, κάποιο άλλο τμήμα θα βρω και θ’ ακολουθήσω. Αυτό θα είναι μια μικρή ευτυχία για μένα.
     Στο μεταξύ, χωρίς να το προσέξω, το σούρουπο άρχισε να ξεδιπλώνει τους ίσκιους του και η νύχτα κατέφτανε σαν κουρασμένη θεότητα, μ’ όλα της τα μυστήρια και τους παράξενους ήχους από τα χιλιάδες ζωντανά που βγήκαν απ’ τους κρυψώνες τους για τροφή κι άλλες ανάγκες. Κι ένα ποιητικό φεγγάρι αρμένιζε και χρύσωνε τις κορυφές των γύρω βουνών. Η χρυσή του μαγεία με το παιγνίδισμα των φωτοσκιάσεων άλλαξε τη μελαγχολική εικόνα μιας άλαλης ερημιάς. Πήρα την απόφαση και ξεκίνησα προς το άγνωστο, γιατί ο πέτρινος όγκος που θ’ ανεβώ δεν κρατάει καλύβια για να στεγάζονται τα γιδοπρόβατα στον καιρό της βροχής. Έτσι δεν θα συναντήσω τίποτα φιλικό. Καμιά πόρτα δεν θ’ ανοίξει να με καλωσορίσει. Εδώ έχει καθιερωθεί ο νόμος της ζούγκλας.
     Μπήκα στο μονοπάτι, που οδηγούσε από τη δυτική μεριά του χωριού. Ήταν στενό, ανηφορικό, έφκιανε σκαλώματα, με φανερά τα ίχνη από πεζοπόρους. Ανεβαίνω χωρίς να αποδιώξω κάποια σκοτεινά συναισθήματα. Πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθώ, γιατί βρίσκομαι στον άξονα κίνησης του στρατού. Ανεβαίνω. Η πείνα έχει περιορίσει την αντοχή κι όλο κοντοστέκουμαι να ξανασάνω. Πόση ανακούφιση θα ένιωθα, αν είχα μαζί μου ένα σύντροφο παρέα. Το φεγγάρι, χωρίς έξοδα, χρυσώνει τη λωρίδα του μονοπατιού και τους μικρούς θάμνους των κέδρων, που κρέμονται στις όχθες.
     Θα ήταν μεσάνυχτα, όταν οι αισθήσεις μου λειτούργησαν κατά ανεξήγητο τρόπο. Ανεβαίνω, αλλά βλέπω σαν υπνωτισμένος να συμβαδίζουν μ’ εμένα κι άλλοι ίσκιοι, σαν ανθρώπινοι, προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά σιωπηλοί. Η υλική τους παρουσία ήταν αμφισβητήσιμη. Δεν προξενούσαν το θόρυβο που πρέπει να έχει μια πορεία. Ομιλία δεν έφτανε στ’ αυτιά μου. Πολλές φορές αυτές οι μαύρες σκιές έμοιαζαν με παράξενα αιλουροειδή, που αναρριχιόνταν εύκολα στα εμπόδια που συναντούσαν. Είπα: Κι άλλοι σύντροφοι ανεβαίνουν. Όμως είχα δισταγμό σ’ αυτούς που συνεχώς με προσπερνούσαν. Η πορεία τους ήταν αθόρυβη, αέρινη, άφωνη. Σαν να μην είχαν πόδια με παπούτσια. Καμιά ομιλία, βήχας, ανάσα ή κάποια στάση. Και ήταν τόσο ευκίνητες αυτές οι φιγούρες. Σαν να μην είχαν μάτια, στόμα, γλώσσα ν’ αρθρώσουν κάποιο λόγο, όπως συνέβαινε σε νυχτερινές κουραστικές πορείες. Τσιγάρο δεν σπινθήριζε πουθενά. Κι όλο έφευγαν γρήγορα, παίρνοντας τις στροφές του μονοπατιού με δικό τους τρόπο, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Οι σκιές, γρήγορες κι αέρινες, ανέβαιναν το μονοπάτι και χάνονταν στο βάθος της ανηφοριάς, σαν να τις κατάπιναν τα φεγγαρόφωτα μονοπάτια.
     Επέστρεψα στον εαυτό μου, για να τον ρωτήσω τι συμβαίνει. Μήπως ονειρευόμουνα; Όχι. Κάπου θα είχα σωριαστεί. Αναπόλησα τις ψυχοπαθολογικές μου γνώσεις. Δεν βρήκα απάντηση. Τελικά, οδηγήθηκα στο συμπέρασμα πως ήταν μια παραίσθηση, που την έστειλε η ψυχή να με συντροφέψει τούτη τη δύσκολη ώρα της μοναξιάς. Αυτή λοιπόν η σιωπηλή λιτανεία τόσων σκιών ήταν παραίσθηση, που μου συμπαραστάθηκε σε μια περιπέτεια από τις πιο παράξενες. Το λάθος μου ήταν ότι δεν μίλησα σε καμιά από τις τόσες σκιές. Αυτό θα έδινε εγκυρότητα στο χρονικό εκείνης της νύχτας.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)