Και η ζωή συνεχίζεται
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Επιτέλους χάραξε. Ροδοχρωματίστηκε η ανατολή. Σιγά-σιγά άνοιξε η μέρα τα παραθύρια της για να μας πληροφορήσει ότι σε λίγο η πλάση θα γεμίσει φως. Λυτρωμένος κι εγώ από τη νυχτερινή παρέα μου, καρφώθηκα στο υπογάστριο ενός πετρώδους αντερείσματος, που σ’ αυτό το σημείο έφκιανε ένα μεγάλο πέτρινο πεζούλι. Πρώτη φροντίδα ήταν να εξασφαλίσω καταφύγιο. Γυμνός, θεόγυμνος ο χώρος, παρατηρήσιμος από παντού– υποχρεώθηκα χωρίς αργοπορία να λύσω το πρόβλημα. Και δεν άργησα να το βρώ. Δύο μεγάλες πλάκες έφκιαναν από συγκυρία ένα μικρό αέτωμα που κάλυπτε κάποιο χώρο. Χωρίς υπερβολή ένας μικρός κρυψώνας, όπου μαζί με ένα μικρό τειχίο, κι αυτό καμωμένο από τους αιώνες, συγκροτούσαν χώρο κάλυψης, αν και βρίσκονταν δίπλα στο υποτυπώδες μονοπάτι. Έκρινα ότι ήταν ασφαλέστερος, γιατί εμένα με έκρυβε ολόκληρο και μπορούσα να παρατηρώ αρκετά σημεία σε ακτίνα ορατότητας σημαντική. Θεώρησα λοιπόν πως σ’ αυτή την πέτρινη τρύπα, που βρίσκονταν κολλητή στο μονοπάτι, θα μπορούσα να κρυφτώ με ασφάλεια. Κι ο περαστικός διαβάτης θα γίνονταν αντιληπτός από το θόρυβο που προκαλούσαν τα χοντρά χαλίκια από τα πατήματα. Κάποια στιγμή μπορούσα με σιγουριά να χρησιμοποιήσω και το περίστροφο που είχα.
     Κι αυτό τον καιρό με βασάνιζε μια ανθρώπινη αδυναμία, που μπορεί να την έχουν κι άλλοι συναγωνιστές μου. Ήθελα να μεταφέρει το μήνυμα του χαμού στη μάνα μου κάποιος φίλος, κάποιος άνθρωπος. Κι αυτή θα ένιωθε την παρουσία μου. Ανθρώπινη αδυναμία, θεμιτή.
     Στην καινούργια κατοικία μου η ψευδαίσθηση που φύτρωσε μου δημιούργησε έναν παράδεισο ησυχίας και γαλήνης. Μια μακαριότητα επικίνδυνη, ώσπου να νυχτώσει και να συνεχίσω το δρόμο της αναζήτησης. Η μόνη αντίδραση είναι η δυσκινησία του χρόνου. Γι’ αυτό και θέλω όλα τα όντα τούτη τη στιγμή να κινούνται στο μηδέν. Οι εχθροί, οι φίλοι, οι διαβάτες, οι σαύρες, τα φίδια. Κι εγώ σαν ποντικός στη λούφα μου να τρώγω από κανένα σπυρί καλαμπόκι να μη λιποθυμήσω. Ακόμα και ο μηχανισμός της υπομονής άρχισε να παρουσιάζει αρρυθμία. Και λαχταρούσα μήπως ακούσω κάποιο θόρυβο. Αν θα ’ναι εχθρικός ή φιλικός, αυτό είναι «Λόττο». Δεν ξέρεις τι σου βγαίνει.
     Κατά το δειλινό, άκουσα τον απόηχο βημάτων πάνω στον πέτρινο σωρό, μακριά από τη λούφα μου, ώς πενήντα μέτρα. Από τη μικρή χαραμάδα που είχα για παρατηρητήριο, αντίκρυσα δυο άτομα. Έναν άντρα και μια γυναίκα. Φορούσαν χωριάτικα ρούχα, ήταν άοπλοι. Φαίνεται πως είδαν την κίνησή μου, κι αποφάσισαν να με συναντήσουν. Βγήκα λοιπόν από την τρύπα μου και τους φώναξα να πλησιάσουν. Σε λίγο έφτασαν. Ήταν ένας άντρας ψηλός, γεροδεμένος, άοπλος, με χωριάτικα ρούχα. Το ίδιο και η γυναίκα. Τον γνώρισα. Λέγονταν Πιστιόλης, από το κοντινό χωριό Φιδάκια. Ήταν άνθρωπος του Δημοκρατικού Στρατού και παράγοντας στο χωριό του. Η γυναίκα του, μια κοντούλα κι άσχημη χωριάτισσα, ντυμένη φτωχικά, με μαλλιά ανακατωμένα κι εκνευρισμένο πρόσωπο, παρακολουθούσε με αγωνία το διάλογο που άρχισα με τον άντρα της και φανερά διαγράφονταν η επερχόμενη έκρηξη.
     Χαιρετηθήκαμε μουδιασμένοι. Μου έδωσε καπνό και χαρτί να στρίψω τσιγάρο, γιατί είχα μήνες να καπνίσω, κι αρχίσαμε κάποιο διάλογο. Οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν βαθιά στις θαυματουργικές δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού. Γι’ αυτό όλο και περίμεναν την αλλαγή και την εφαρμογή των διακηρύξεων της Κυβέρνησης των Βουνών.
     Κομπιάζοντας και οι δύο, περισσότερο εγώ που είχα μια ηθική ευθύνη, προσπαθούσα και περίμενα να κάμει την ερώτηση ο πολίτης. Κι αυτό έγινε:
     –Πες μας, δάσκαλε, τα νέα σου. Ύστερα από τα γεγονότα του Καρπενησιού, πήραμε θάρρος. Εμψυχωθήκαμε και περιμέναμε να πάρουν τροπή τα πράγματα. Όμως εμείς ζούμε πίσω απ’ τον κόσμο. Καμιά γνώριμη φωνή δεν ακούσαμε. Οι Καπαπίτες μας, που τους είχαμε συνοδιά, εξοντώθηκαν. Τώρα κυκλοφορούνε άφοβα οι Μάυδες στο χώρο μας, με το όπλο στο χέρι.
     –Συναγωνιστή μου, θα προσπαθήσω να σε ενημερώσω. Πριν δυο-τρεις μέρες κόπηκα από τη Μεραρχία και δεν μπόρεσα να συνδεθώ ακόμα. Ο Δημοκρατικός Στρατός είναι ακόμα δυνατός στον Γράμμο και στα άλλα οχυρά του. Βέβαια αυτοί ετοιμάζουν εκστρατεία με δυνάμεις ισχυρές. Όμως δεν κρίθηκε ο αγώνας ακόμα.
     –Και οι φίλοι μας; Εμείς τους συντρέξαμε όλους, σ’ Ανατολή και Δύση. Είμαι τραυματίας του ΕΛΑΣ. Και λέω: Αφού οι σύμμαχοί μας νίκησαν το φασισμό, χαλάλι τους το αίμα που έδωσα στον αγώνα της Εθνικής μας Αντίστασης.
     Ένιωθα τη φωνή του συναγωνιστή-πολίτη ότι ήταν ο λόγος κάποιου υπερκόσμιου εισαγγελέα, που με κάθισε στο σκαμνί για ν’ απολογηθώ. Κι όχι μονάχα εμένα, μα όλη την ανθρωπότητα. Η γυναίκα, που παρακολουθούσε μ’ έντονο ενδιαφέρον το διάλογο, πήρε το λόγο κι ακούστηκε η πιο τραγική αλήθεια, παρμένη από χορικό αρχαίας τραγωδίας. Απευθυνόμενη προς τον άντρα της και πηδώντας κυριολεχτικά για να τον φτάσει, έβγαλε μια σπαραχτική φωνή σαν να έθαψε αγαπημένα της πρόσωπα. Κι άρχισε να ουρλιάζει:
     –Βρε! Δεν μου ’πες ότι θα νικήσουμε; Δεν μου ’πες ότι θα θριαμπέψουμε; Ότι θα μπούμε σε πολιτείες και θα έχουμε απ’ όλα τα καλά;
     Έτρεμε σύγκορμη! Αυτή η τραγική σκηνή, που παρακολούθησα με δέος, ήταν ένας κόλαφος για μικρούς και μεγάλους, για όσους οι ερινύες της ευθύνης φτεροκοπούν συνέχεια στ’ αυτιά τους.
     Ο άντρας δεν απάντησε, παρά γύρισε το κεφάλι προς τα βουνά, ενώ εγώ κατέβασα τα μάτια ταπεινωμένος.
     Για λίγο χρόνο καθίσαμε αμίλητοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Τα μάτια ήταν υγρά. Η γυναίκα είχε ξεσπάσει σ’ ένα βουβό κλάμα, που σου σπάραζε την καρδιά.
     Τώρα τα λόγια δεν είχαν καμιά αξία. Το βραδυνό χρώμα με τη μενεξεδένια φορεσιά του κατέβαινε αργά και κατέβασε την αυλαία του. Ήταν μια τραγική σκηνή απ’ την παγκόσμια τραγωδία της Ιστορίας.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)