Το χιτώνιο
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Αρχές Ιουλίου 1949. Η μελαγχολία μάς αγκαλιάζει σαν μάγισσα με σκυλίσια δόντια. Τη βλέπουμε φοβισμένοι. Μοιάζει με μεταμφιεσμένη γριά με χοντρά νύχια κι ένα χαμόγελο ριζωμένο ώς στ’ αυτιά της. Έχουμε την ψευδαίσθηση πως κάτι θα γίνει, κάποιος ξεκομμένος αντάρτης θα εμφανιστεί που θα μας φέρει σημαντικά νέα. Έστω κι ένας σκύλος που έχασε το κοπάδι του και ψάχνει να το βρει. Με σκισμένα ρούχα, χωρίς παπούτσια στα πόδια, είμαστε τρεις άνθρωποι νέοι, παιδιά, που δεν μοιάζουμε σε τίποτα από γνωστές φυσιογνωμίες. Μια ασφυχτική συλλογή κλαρώνει πάνω μας κι απομένουμε γυμνοί, βρυκόλακες μιας ιδιόρρυθμης κατάστασης.
     Έγινε μια μικρή σύσκεψη. Αναφέρθηκαν όλα τα στολίδια της μοντέρνας πραγματικότητας που ζούμε, χωρίς ν’ ανοίξουμε από κανένα χτύπημα την πόρτα της ψυχής μας. Προοπτική μηδέν. Εφοδιασμός μηδέν. Ο άνθρωπος μηδέν! Άρχισε η περιοχή να μας φοβίζει, να μας κουράζει. Γίνεται χώρος εχθρικός. Οι κίνδυνοι για την ύπαρξη της τριάδας είναι σίγουροι.
     Παίρνουμε απόφαση ν’ ανεβούμε στο βουνό που δεσπόζει του έρημου χωριού Φιδάκια. Αγναντεύουμε το Καρπενήσι. Φτάνουν ώς εδώ οι θόρυβοι από αυτοκίνητα και τραγούδια. Με τη λαχτάρα κάποιας επισιτιστικής εφορείας ή εφεδρείας, παίρνουμε τον ανήφορο για το άγνωστο. Να πάρουμε τουλάχιστο κάτι από τη χάρη του φυσικού και ψυχολογικού ύψους που απωλέσαμε, αγωνιζόμενοι τρία χρόνια.
     Η μικρή μας ομάδα, αφού συζήτησε ψύχραιμα και ανέλυσε πολλές προτάσεις, ασύμφορες και ουτοπικές προς το παρόν, κατέληξε ν’ ανεβούμε από το χωριό Φιδάκια προς το παραδοσιακό σε ομορφιά οροπέδιο, με ψηλά έλατα και πολλά δρομολόγια διαφυγής. Η νέα μας κατοικία διαθέτει το προνόμιο της απεραντοσύνης. Νεκρική ησυχία. Και το λάλημα των πουλιών είναι ανύπαρχτο. Ο ωραίος Λαός μας που έδωσε τα καλύτερα παιδιά του, την ψυχή του στον αγώνα, έχει ξεσπιτωθεί. Σέρνει την τραγωδία του στις φυλακές, τις εξορίες, τα νεκροταφεία. Καθόμαστε ξαπλωμένοι κάτω από τον έλατο, για να εξοικονομήσουμε ό,τι απόμεινε από δύναμη στην ψυχή μας. Κοιταζόμαστε στα μάτια αμίλητοι, μ’ ένα πικρό παράπονο και συλλογή.
     Καταμεσήμερο. Ο ήλιος πεντακάθαρος έρπει στις κορυφές του ελατιά, λες και μας αναζητά. Το δάσος, ο αδαπάνητος φίλος, που στα σκληρά χρόνια του πολέμου μας έκρυβε στις φτερούγες του για να κοιμηθούμε λίγο, στέκεται ουδέτερο. Έχουμε ματώσει τα κορμιά μας από το ξύσιμο. Κατάντησε η ψείρα απ’ τους χειρότερους προκλητικούς συντρόφους μας. Όμως, η ευγενική φύση της Ευρυτανίας δεν μας ξέχασε. Ανακαλύψαμε πλούσιο κεφαλόβρυσο κι ένα σκουριασμένο τενεκέ. Χωρίς αργοπορία, ετοιμάζουμε φωτογόνι, αθέατο από όλα τα σημεία: διαλέγουμε κάμποσα ξύλα που έχουν πάνω τους ρετσίνι και με τον αναπτήρα που σέρναμε για τα τσιγάρα ανάβουμε φωτιά. Ο τενεκές, γεμάτος νερό, αρχίζει γρήγορα να ζεσταίνεται κι ο καθένας με την καραβάνα του παίρνει νερό και πλένεται. Έτσι, ολόγυμνοι, ζεματίσαμε τα κουρέλια που θεωρούνταν εσώρουχα. Αν, κατά κακή μας τύχη, παρουσιάζονταν μικρό απόσπασμα στρατού, σίγουρα θα οδηγούμαστε στο Καρπενήσι με αδαμιαία περιβολή. Γι’ αυτό οργανώσαμε την παρατήρηση. Οι δύο σύντροφοι παρατηρούσαν την περιοχή, ώσπου να τελειώσει ο λουόμενος. Σύντομα τελείωσε η επιχείρηση. Ο καθένας τώρα ξάπλωσε στον έλατο, χωρίς τη φαγούρα.
     Αργότερα, περπατώντας στο οροπέδιο, ξαλαφρωμένος από το ενοχλητικό φορτίο της ψείρας, ερευνούσα το χώρο, μήπως ανακαλύψω καμιά αγριοκορομηλιά ή κάποιο άλλο γήινο φαγώσιμο. Η πρώτη ανακάλυψη ήταν μια καινούργια πηγή, που έτρεχε άφθονο νερό και χάνονταν στις φτέρες του ελατιά. Στάθηκα για λίγο να ξεκουραστώ στον ίσκιο της και τότε αισθάνθηκα μια βαριά μυρωδιά σάρκας, που βρίσκονταν σε αποσύνθεση. Μ’ ένα ξηρό κλωνάρι αναποδογύρισα τα πυκνά χόρτα που τύλιγαν γύρω την πηγή. Και τότε είδα! Είδα έναν άνθρωπο λιωμένο. Ο σκελετός του αποσυνδέθηκε. Όμως κατά τραγική σύμπτωση το χιτώνιό του, χωμένο στο λίπος του κορμιού του, βρίσκονταν σε υποφερτή κατάσταση. Πήρα την απόφαση! Να γδύσω τον νεκρό, όσο ήταν δυνατό, και ν’ αποσπάσω κάτι που να φοριέται. Άδειασα τα οστά του, τα παράχωσα δίπλα στην πηγή και κράτησα μόνο το χιτώνιο. Η μυρωδιά του ήταν αποκρουστική… Όμως το έπλυνα και το κρέμασα σ’ ένα κοντοελατάκι, μήπως στεγνώσει. Κι αργότερα το φόρεσα, διατηρώντας την εμετική του μυρωδιά. Σήμερα υπάρχει το χιτώνιο του Δημοκρατικού Στρατού, διαλυμένο, μέσα σ’ ένα καθαρό σάκο, κρεμασμένο στο «μουσείο» του σπιτιού μου. Οι δικοί μου διαφωνούν… Εγώ όμως, όταν το αντικρύζω, τα μάτια μου δακρύζουν. Γιατί, ύστερα από μισόν αιώνα και πάνω, έχω παρέα ένα μάρτυρα της τραγικής μας ιστορίας.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)