Μια πολύτιμη συνάντηση
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Τέλειωνε ο Σεπτέμβρης του 1949. Όλη η περιοχή ησύχασε από τους πυροβολισμούς. Όμως μικρές ομάδες Μάυδων και χωρικών άρχισαν με θάρρος να εξερευνούν δάση και χωριά, χουγιάζοντας1 ή πυροβολώντας, όπως οι κυνηγοί λύκων ή αγριόχοιρων, για να πεταχτεί από τη λούφα του κανένας πεινασμένος αντάρτης. Τότε τον άρπαζαν και τον ρωτούσαν αν ξέρει κρυψώνες με είδη σπιτιών. Αν ο αντάρτης δε γνώριζε ή αρνούνταν να καταδώσει κάποιο καταφύγιο, ή τον τσάκιζαν στο ξύλο ή του έπαιρναν το κεφάλι και το παρέδιναν στους αρχηγούς τους να το εκθέσουν στην πλατεία του χωριού.
     Στη φθινοπωριάτικη ερημιά η ψυχή μου, φορτωμένη αμφιβολίες και ερωτηματικά, που δεν θα πάρουν απόκριση, πορεύεται σαν σανίδα στον ωκεανό. Ποιος μπορεί μόνος του να σηκώσει τούτο το πολιτικό, ιστορικό και ψυχολογικό βάρος; Το πρόσωπο –ο αδερφός–, που θα μοιραζόμασταν τις ενοχές, δεν υπάρχει. Στη Σπινάσα, το χωριό του Καραμέτου, η ίδια κατάσταση. Δεν υπάρχει τίποτε. Ούτε λίγη τροφή ούτε φρούτα τα είχαν εξαφανίσει οι διερχόμενοι αντάρτες. Σ’ αυτού του είδους το βίο, γεννιέται κι ένας αποκρουστικός ατομικισμός. Περπατώ με δυο διαφορετικά τρύπια παπούτσια. Μια νύχτα μάλιστα, περνώντας ένα μονοπάτι προς το μοναστήρι των Δομιανών, κύλησα κάμποσα μέτρα στη σάρα.2 Κάποιες κοτρόνες με σταμάτησαν κι άρχισα με πολύ παράπονο να ξαναμπαίνω στο μονοπάτι. Σε μας η ποδεσιά είναι το δυνατό όπλο, που βοηθάει να περάσουμε γκρεμούς και μονοπάτια.
     Ο Χρήστος, που τώρα έχω παρέα, ενδιαφέρεται να φτάσει στην πατρίδα του, τη Μακεδονία. Εγώ δεν αντέχω σ’ αυτή την πορεία. Κάτι με χωρίζει με τον Χρήστο, που ασυνείδητα με βασανίζει. Παρ’ όλα τα ατομικά μου ερωτηματικά, ξεκινήσαμε. Βαδίσαμε αρκετές ώρες με κατεύθυνση τα υψώματα του Κόμπολου Βράχας. Πριν φτάσουμε, σταματήσαμε για λίγο στη θέση Μεγάλο Χωράφι των Δομιανών. Από την ώς τώρα πορεία μας φάνηκε πως εγώ δεν μπορούσα να τον ακολουθήσω. Με το δίκιο του ο Χρήστος με άφησε.
     Ήταν ακόμα ήλιος, κι εγώ ανέβηκα σ’ ένα μικρό υψωματάκι για να κάμω παρατήρηση. Εξάλλου η φθινοπωριάτικη νύχτα ήταν στεγνή. Στο χινοπωριάτικο δειλινό, που κάποιος ποιητής θα έγραφε κανένα ωραίο σονέτο, εμένα μ’ είχε κυριέψει μια προαίσθηση πως θα συναντήσω κάποιο δικό μου πρόσωπο. Η ώρα περνούσε και ο ήλιος πλησίαζε προς τη δύση. Κρέμονταν πάνω από τις αγραφιώτικες κορφές. Σε λίγο, στο βάθος του μονοπατιού, και σε απόσταση, φάνηκε να έρχεται ένας άνθρωπος.
     Από το γρήγορο, χορευτικό βάδισμά του, τον γνώρισα. Ήταν ο Γιώργος Τσιαξίρης, το γειτονόπουλο, που μεγάλωσε σχεδόν στο σπίτι μου, αξιωματικός τώρα στα Κέντρα Πληροφοριών της ΙΙ Μεραρχίας της Ρούμελης, στον Δημοκρατικό Στρατό. Η χαρά μου ήταν μεγάλη. Σαν να κέρδισα το πλουσιότερο λαχείο της χρονιάς. Αφού τελείωσαν οι αγκαλιές και οι χαιρετούρες και κουβεντιάσαμε για πρόσωπα και πράγματα του Δημοκρατικού Στρατού, αποφασίσαμε να κοιμηθούμε εδώ κάπου, μιας και η βραδιά δεν ήταν κρύα. Η επόμενη ημέρα μας βρήκε από το χάραμα όρθιους. Μετά τη σχετική παρατήρηση όλης της περιοχής, η κουβέντα περιστράφηκε στις πληροφορίες που μπορεί να μας βοηθήσουν στο σκοπό μας.
     Ο Τσιαξίρης μου εξήγησε ότι γνώριζε τις λούφες που είχαν οι Καπαπίτες στα στενά του Δομιανίτικου ποταμού και αποφασίσαμε να κινηθούμε προς τα εκεί. Όμως, ο κόπος μας ήταν μάταιος. Ούτε ίχνος δεν βρέθηκε από κανέναν Καπαπίτη. Τα πάντα είχαν ψαχτεί με σύστημα και η απογοήτευσή μας μεγάλωσε, γιατί δεν βρήκαμε ούτε ίχνος από τρόφιμα. Περάσαμε στην αντικρυνή πλαγιά της δομιανίτικης περιοχής και ψάχνοντας στ’ αμπέλια στη θέση Κουλούρια για κανένα ξεχασμένο σταφύλι, πετύχαμε ένα μεγάλο σκαντζόχοιρο. Ήταν αληθινή αγαλλίαση. Με δυσκολία ο Τσιαξίρης τον έσφαξε και τον έγδαρε και στη συνέχεια κατεβήκαμε στα έρημα καλύβια της Αγίας Παρασκευής. Εκεί βρήκαμε απ’ όλα τα κουζινικά είδη και ετοιμάσαμε ένα βασιλικό δείπνο.
     Όλη τη νύχτα συζητούσαμε το θέμα αναχώρησης για το βοριά. Μεγάλη η πορεία, καμιά επιμελητειακή φροντίδα, ούτε ένα ζευγάρι κιάλια, απόλυτα αναγκαία για μια τόσο μεγάλη πορεία, ώς την Αλβανία. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να πάμε στο χωριό μας, στο Νεχώρι Τυμφρηστού, μήπως ο Κατσακιώρης, ένας χωριανός μας λουφατζής αντάρτης, τραυματίας του ΕΛΑΣ, είχε κιάλια, όπως βεβαίωνε ο Τσιαξίρης, να μας τα δώσει. Ξεκινήσαμε, πρωί-πρωί, για τη θέση Χλιαρόραχη του χωριού Πετράλωνα (Αραχωβίτσα). Αυτή η θέση ήταν ένα ομαλό τραπεζοειδές ύψωμα, που γύρω του υπήρχαν μερικά παρατημένα σπίτια, στα οποία θα μπορούσαμε να ξενυχτίσουμε ή και να διαφύγουμε από εχθρικό αιφνιδιασμό. Εκεί συναντήσαμε τον γνωστό μας αντάρτη Μοράβα (Νίκο Σακά από Υπάτη) που συνδέθηκε μαζί μας. Στον ΕΛΑΣ ήταν μαυροσκούφης, στην ακολουθία του Άρη Βελουχιώτη. Ήταν ακόμα και μερικοί χωρικοί από το κοντινό χωριό Πετράλωνα που ως τώρα διέφυγαν τη σύλληψη.
     Η εικόνα που είδαμε μας απογοήτεψε. Έβραζαν σε κάποιο σκουριασμένο τενεκέ ένα μεγάλο, σκληρό κολοκύθι. Αυτό το βασανισμένο αγροτικό προϊόν ήταν τόσο άνοστο στο φαγητό του, που το πασπάλισα με ρίγανη. Και ευφυολογώντας πρόσθεσα το λαϊκό γνωμικό, αφιερωμένο στο κολοκύθι: «Κολοκύθια με τη ρίγανη». Η επιλογή μας για μετάβαση στο Νεχώρι, έστω και αναγνωριστικά, απέβη μοιραία για μας. Ήταν λάθος η προσέγγιση σε χωριά που άρχισαν να τα επισκέπτονται οι εκπατρισμένοι χωρικοί με συνοδεία στρατιωτικής δύναμης. Αν βρίσκαμε τις διόπτρες, η κατάσταση θα άλλαζε αμέσως.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. χουγιάζω: φωνάζω με δυνατή φωνή, από μακριά.
 
2. σάρα: γκρεμός, απότομη πλαγιά· επίσης, σωρός από πέτρες στην όχθη χειμάρρου.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)