Νέος Σταθμός… Διοίκησης
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Ένας λόγος των χωρικών του Βελουχιού που συνηθίζεται για κάποια αποτυχία, λόγω βραδύτητας που έδειξε το άτομο, είναι ο ακόλουθος: «Πέταξε το πουλί». Έχουμε ήδη μια λαβωμένη βούληση από τα απανωτά τραύματα που δέχεται και μας γεμίζουν απαισιοδοξία. Το μεγαλείο κάποιων ιδεών που μας έδινε φτερά, μας φλόγιζε την ψυχή με όνειρα ανθρωπιάς και προόδου, σέρνεται ορφανό κι έρημο από τα απανωτά χτυπήματα που δέχτηκε. Πελώρια «γιατί» ορθώνονται στις σκέψεις μας, που προσπαθούμε να τις ντύσουμε με τα κουρέλια μιας εποποιίας που μεταβλήθηκε σε τραγωδία. Δεν μπορούμε να σηκώσουμε μάτια προς κανένα σημείο του ορίζοντα. Μεγάλωσαν και οι κίνδυνοι μιας άλλης ποιότητας και κατηγορίας. Είναι ηθικοί! Αυτό που θέλουμε ν’ αποφύγουμε, είναι σαν να το καλούμε. Τί μπορεί να περιμένουμε; Το θάνατο σε κάποια ενέδρα, τη σύλληψη, τα βασανιστήρια, τα στρατοδικεία… Δεν έχουμε κανένα σύμμαχο, εκτός από το χειμώνα.
     Επιστρέφουμε στο πάτριο έδαφος. Έχουμε προσωποποιήσει το χωριό, με τα δάση του, με τα μονοπάτια του που μας περιμένουν, μας γνωρίζουν και θα μας προφυλάξουν. Είμαστε δικοί τους άνθρωποι. Η πορεία μας προς το πάτριο έδαφος είναι απελπιστική. Τούτη τη φορά το Βελούχι με όλα τα περήφανα υψώματά του μας περιποιήθηκε με εχθρική υποδοχή. Οι ασκοί του θρυλικού βουνού άνοιξαν και μας καλωσορίζουν μ’ ένα παγωμένο πρωτοβρόχι. Πυκνή βροχή με χοντρές στάλες πέφτει θυμωμένη πάνω μας, σαν να μη γνωρίσαμε, τρία χρόνια στον Δημοκρατικό Στρατό, τα πείσματα των βουνών που με λογής τρόπους μας έδειραν αλύπητα. Δεν υπάρχουν δρόμοι, και τα γνωστά μονοπάτια του χωριού μας χάθηκαν από τη χρόνια αχρηστία τους κι έχουν παραλλάξει. Σπασμένα ελατοκλώναρα και πανύψηλες φτέρες μας πνίγουν στο λαιμό και δημιουργούν μια δύσκολη κατάσταση στην πορεία μας.
     Σούρουπο περάσαμε από τον Άι-Λια, αντάρτικο εξωκλήσι, και φτάνουμε στην Άι-Λιόβρυση. Φευγαλέα θυμάμαι μια βραδιά που εδώ είχαμε συναντήσει τον Άρη Βελουχιώτη με μια μικρή ομαδούλα ανταρτών. Τους φέραμε τότε ψωμί κι άλλα φαγώσιμα.
     Για τα ρούχα που φοράμε δεν χρειάζεται καμιά πληροφορία. Μη ρωτάτε. Η βροχή συνεχίζεται ραγδαία. Εμείς τουρτουρίζουμε από το χινοπωριάτικο νερό, που έχουν βυζάξει τα ρούχα μας. Μόνο στη γλώσσα είμαστε στεγνοί. Τώρα τα θάρρη μας για ευσπλαχνία και προστασία τα έχουμε αναθέσει στο γνωστό μας απ’ τα καλά χρόνια έλατο στα Κοτρώνια, με πέντε γιγάντια αδέρφια. Στον έλατο του Τσοπανά. Έτσι τον βάφτισε το χωριό.
     Είναι μεσάνυχτα όταν φτάσαμε στη θέση Κοτρώνια. Τρέξαμε στον έλατο του Τσοπανά και ήταν σχεδόν στεγνός. Αμέσως συγκεντρώσαμε κλωνάρια και φλούδες στεγνές που υπήρχαν στη ρίζα του έλατου, και σε λίγο ανάψαμε φωτιά. Έλαμψε ο χώρος γιορταστικά. Κι από φαγητό; Ε! μη σας νοιάζει, κάτι θα βρεθεί. Εδώ, δυο χρόνια, είχαν λημέρι οι λουφατζήδες Κατσακιώρης απ’ το Νεχώρι και Μήτρος Αλεξίου από τη Μερκάδα. Ακόμα υπήρχαν και κάποια εφόδια από σανίδια, σύρματα και άλλα. Με λίγη φροντίδα, πρώτευε αυτή, η καλύβα ταχτοποιήθηκε και δεν περνάει βροχή.
     Στη συνέχεια κάναμε έρευνα κι ανακαλύψαμε κάτι απ’ τον εφοδιασμό των λουφατζήδων. Ήταν μια κατσαρόλα τρυπωμένη στη ρίζα του έλατου. Στις μικρές πεζούλες του χωραφιού, που ήταν κοντά στον έλατο, βρήκαμε φασολιές με ωραία πράσινα φκαράκια (φασόλια). Γρήγορα-γρήγορα τα μαζέψαμε και τα βράσαμε στην κατσαρόλα που βρήκαμε. Άλάτι δεν είχαμε, αλλά δεν πειράζει. Σε λίγη ώρα είχαμε «ωραίο» φαγητό, έστω και ανάλατο. Κοιμηθήκαμε περασμένα μεσάνυχτα, αφού στεγνώσαμε, κι η βροχή ας συνέχιζε τη μονότονη μουσική της. Κάποιες στιγμές το όνειρό μας ταξίδευε σα βαρκούλα, που σκαμπανεβάζει συνεχώς το κύμα. Ξανακλείναμε τα μάτια, για να καταφτάσουν στα όνειρα φάλαγγες ανταρτών που έχουν πέσει σε ενέδρα κι ετοιμάζονται για μάχη. Τέλος πάντων, κάποιες ευγενικές ηλιαχτίδες ενός χλωμού ήλιου μπήκαν στην καλύβα και μας καλημέρισαν.
     Το πρόγραμμά μας είναι αναγνωριστικό. Ανεβήκαμε στη θέση Κεδρόραχη. Από εδώ δεν φαίνεται όλο το χωριό, μα η πάνω συνοικία και το νεκροταφείο. Κάνομε τη σκέψη πως αν υπάρχει εχθρός πρέπει να κρατεί κάποιο από τα σημεία αυτά. Αρκετή ώρα ασχοληθήκαμε παρατηρώντας, χωρίς να έχουμε κάποια πληροφορία. Γι’ αυτό προχωρήσαμε σε αραιή διάταξη, με πρώτο σταθμό το νεκροταφείο του χωριού. Από εδώ το χωριό φαίνεται μ’ όλη του την αρχιτεκτονική. Παντού ο χώρος καθαρός. Η πλατεία με τη μεγάλη εκκλησία της Γλυκοφιλούσας, το Κυπαρίσσι, που γνώρισαν μέρες δόξας και κατατρεγμών. Παρατηρούμε σχολαστικά. Κανένα τζάκι δεν καπνίζει, κανένας θόρυβος, καμιά κίνηση. Πλησίασα το φτωχό τάφο του ηρωικού μου πατέρα, εθελοντή των πολέμων 1912-1913 και τραυματία αδικαίωτου της μάχης του Κιλκίς. Αισθάνθηκα περηφάνια και αγαλλίαση ψυχική, που κι εγώ έκαμα το χρέος μου.
     Τραβηχτήκαμε λίγο ψηλότερα, σε μια συστάδα έλατων και καθορίζουμε κάποιο πρόγραμμα για τις ενέργειες που είναι απαραίτητες να κάνουμε. Η καλύβα στον έλατο του Τσοπανά, που είναι κοντά στο χωριό, βρίσκεται σε τέτοιο σημείο που η ορατότητα είναι μηδέν. Το χωριό μας, όντας χωριό ταξιδεμένων σ’ όλες τις χώρες του πλανήτη, ζούσε περισσότερο με τα εμβάσματα και με λίγη γεωργία, καρύδια, κάστανα και κτηνοτροφία. Δεν έφκιαναν οι χωριανοί μας καλύβια σε χωράφια, εξοχικά, που τώρα μας είναι απαραίτητα.
     Εκεί που ο διάλογος συνεχίζεται για τα μέτρα ασφάλειας, ο Τσιαξίρης θυμάται πως κάπου εδώ γύρω έχει κρύψει μια μεγάλη στρατιωτική σκηνή. Αποφασίσαμε η σκηνή να στηθεί από αύριο. Ο καιρός συνεχίζεται βροχερός και η δική μας τροφή είναι τα κάστανα και η φωτιά για το νυχτερινό κρύο. Μαζευτήκαμε και οι τρεις πλάτη με πλάτη και κοιμηθήκαμε. Λάβαμε και κάποια μέτρα για κάθε αιφνιδιασμό. Τώρα δεν φοβόμαστε τόσο το στρατό όσο τους δικούς μας.
     Στο Δημοκρατικό Στρατό ένας πρακτικός τρόπος για τη συγκέντρωση πληροφοριών ήταν η «γιάφκα». Και είναι γιάφκα ένα ορισμένο σημείο, κρυφό, όπως μια κουφάλα δέντρου, δυο χαρακτηριστικές πέτρες ή κάποιο ερημικό καλύβι. Εκεί έρχεται ο αντάρτης που ανήκε στο Κ.Π. (Κέντρο Πληροφοριών), άφηνε το σημείωμα με τις πληροφορίες για να τις παραλάβει το τμήμα, ο Καπαπίτης που ήταν αρμόδιος. Στα χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού ήταν μεγάλη η αξία της πληροφορίας, γιατί δεν διαθέταμε τόσους ασυρμάτους.
     Χωρίς αργοπορία, το άλλο πρωί φτάσαμε στην τοποθεσία Στουρνάρια, πήραμε τη σκηνή και τη στήσαμε εκεί κοντά. Ο καιρός είναι βαρύς, ανταριασμένος. Εμείς όμως, αφού τελειώσαμε το «σπίτι μας», ξεκινήσαμε για το Παλιοκαστρίτικο Ζάβατο (Καστανόλογγο) και συγκεντρώσαμε αρκετά κάστανα. Όμως ανοίξαμε λάκκους και τα θάψαμε, και λίγα πήραμε μαζί μας. Φτάσαμε στη σκηνή, ανάψαμε φωτιά, φάγαμε λίγα κάστανα και κοιμηθήκαμε άνετα. Έτσι περάσαμε ήσυχα τρεις-τέσσερις ημέρες. Συγκεντρώναμε κάστανα για την τροφή μας και ξεκουραζόμαστε.
     Σε λίγες ημέρες μετά την εγκατάστασή μας στο ανάκτορο Στουρνάρια, έγινε η αποκάλυψή μας από τους παρουσιασμένους στο στρατό φίλους μας, πρώην Καπαπίτες, Δημ. Αλεξίου, Θανάση Κλειτσάκη και Τάκη Κατσακιώρη. Από μακριά ξεχώρισαν καπνό, γιατί τα ξύλα που καίγαμε έξω από τη σκηνή ήταν βρεγμένα και κάπνιζαν πολύ. Δεν λάβαμε τα μέτρα που χρειάζονταν. Οι φίλοι μας ακολουθώντας τον ντορό μας έφτασαν ώς τη σκηνή, όταν απουσιάζαμε. Έντρομοι επέστρεψαν στη βάση τους, φοβούμενοι πως θα τους εκτελέσουμε, αν συναντηθούμε.
     Την άλλη μέρα, χωρίς να έχουμε ιδέα αυτής της επίσκεψης, βρήκαμε στη θέση «Έλληνας», όπου αρχαίος τάφος, σημείωμά τους που μας πληροφορούσε ότι γνωρίζουν τη θέση μας στα Στουρνάρια και ότι στον Παλιοκαστρίτικο Ζάβατο (Καστανόλογγο) βρήκαν σε κουφάλα καστανιάς πλούσιο μελίσσι με άφθονο μέλι. Επίσης στη γιάφκα του Τσιαξίρη, στην Κοτρωνόστρατα, που τη γνώριζαν οι φίλοι μας, βρήκαμε γράμμα μέσα σ’ ένα κουτί από φωτοβολίδες με την παρακάτω διεύθυνση: «Κον Γιώργο Τσιαξίρη, Στουρνάρια στις σκηνές». Το γράμμα ήταν προπαγανδιστικό και μας καλούσε να παρουσιαστούμε στις αρχές… Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Ανησυχήσαμε σοβαρά από τις πληροφορίες. Αυτοί μπορεί να οδηγήσουν στρατιωτικό τμήμα τη νύχτα για να μας συλλάβουν.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)