Καινούργια απόφαση
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Μετά από αυτές τις επικίνδυνες πληροφορίες που μας έδωσαν οι φίλοι μου, η κατάσταση γίνεται δύσκολη. Βέβαια οι φίλοι μας είναι καλοί, όμως δεν γνωρίζουμε τις υποχρεώσεις τους στο στρατό, αλλά και κάποια αμοιβή, που κάνει και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν. Ο συναισθηματισμός, τέτοιες ώρες, γίνεται επικίνδυνος. Έτσι αφήνουμε το χωριό μας, αφού αποφασίσαμε να πάμε προς Αγία Τριάδα Κτημενίων, μεγαλοχώρι της Ευρυτανίας. Γνωρίζαμε την καλύβα του Λαμπρογιώργου, ενός σεβάσμιου γέροντα, που τον είχα φίλο από την εποχή που ήμουν δάσκαλος στο χωριό. Ο Λαμπρογιώργος ήταν ο προφήτης του χωριού κι έλεγε διάφορες σκέψεις, που πρόβλεπαν φανταστικές λύσεις. Η καλύβα ήταν για ζώα, είχε όμως κι ένα μικρό χώρο για το φύλακα ή για το νοικοκύρη που κοιμόνταν εκεί.
     Αρχίσαμε την ανάβαση προς το οροπέδιο του Άι-Λια. Ο καιρός κάπως έκοψε από βροχή. Στο δρόμο δεν συναντήσαμε τίποτε, εκτός από ένα φίδι. Η πρόληψη των συναγωνιστών για τέτοιου είδους συναντήσεις ήταν ευνοϊκή: θα συναντήσουμε φίλους. Όμως πρωί-πρωί μας ξύπνησαν οι σάλπιγγες, οι φωνές και τα γέλια των φαντάρων. Στο χωριό υπήρχε ένας λόχος στρατού και οι φαντάροι ετοιμάζονταν για το πρωινό τους ρόφημα. Ο κίνδυνος προ των πυλών. Βαδίσαμε από το καλύβι, αφού βρήκαμε κάποιο μικρό λαγγαδάκι που μας έκρυβε από το χωριό. Βαδίζουμε πάλι προς το Νεχώρι, δυο ώρες πορεία το λιγότερο και με βροχή που συνεχιζόταν. Στον Άι-Λια τον Νεχωρίτικο, η αντάρα ήταν τόσο πυκνή που δεν βλέπαμε τίποτα.
     Συζητάμε πού θα διανυκτερεύσουμε. Για να πάμε στο χωριό χρειάζεται σχολαστική αναγνώριση, που ήταν αδύνατο να γίνει μ’ αυτές τις καιρικές συνθήκες.
     Αποφασίσαμε ν’ ακολουθήσουμε το μονοπάτι Ζερέλια-Αλαμάν-Πλάγια, Βοϊνίκ-Πλάτανοι-Κουκούλι. Υπήρχε εκεί μια χαλασμένη καλύβα. Την επιδιορθώσαμε φράζοντας τα μεγάλα ανοίγματα και γλιτώσαμε από τη βροχή. Το μοναδικό προνόμιο της καλύβας ήταν η ακουστική της. Θόρυβοι και φωνές και έντονες ομιλίες που γίνονται στην πλατεία του Νεχωριού, του χωριού μας, έφταναν ώς εδώ. Παρ’ όλες τις προσπάθειές μας δεν κατορθώσαμε ν’ ανάψουμε φωτιά. Τα λίγα ξύλα ήταν πνιγμένα στο νερό της βροχής. Σ’ αυτόν το μακάβριο ύπνο, ο καθένας μας έβλεπε παράξενες οπτασίες, όνειρα χωρίς σημασία, λες και ο ονειρικός μας πλούτος είχε διαβρωθεί από τις υδάτινες δυσκολίες της συγκυρίας.
     Το δελτίο του καιρού και σήμερα πρωί-πρωί είναι αυστηρό. Ο τόπος ήταν κουκουλωμένος με πυκνές αντάρες. Ορατότητα μηδέν. Όμως εμείς έπρεπε να πλησιάσουμε το χωριό, για να βρούμε και καρύδια, κάστανα, σταφύλια.
     Βαδίζοντας σ’ απόμερα μονοπάτια, φτάσαμε στη θέση Άι-Θανάσης, παλιό εξωκλήσι του 16ου αιώνα, που δεσπόζει του χωριού. Είναι και κορώνα του.
     Καθώς πλησιάζουμε, όλα μου θυμίζουν εκείνη την ανέμελη ζωή της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας, που τα καλοκαίρια, αφήνοντας τα θρανία, βρισκόμασταν στο χωριό. Είχαμε φτωχά κομμάτια χωραφιών, καλλιεργημένα με καλαμπόκι, τριφύλλια, πατάτες, φασόλια. Η βουή των νερών για το πότισμα έσμιγε με τις φωνές των ξωμάχων και τα κουδούνια των κοπαδιών. Φωνές και τραγούδια ακούγονταν τότε από τις χωριατοπούλες, ως έγνεθαν με τη ρόκα τους ή έπλεκαν τα προικιά τους.
     Μ’ αυτές τις επικίνδυνες αναμνήσεις που μας προμήθευε μια βουβή και δύσκολη ώρα, πλησιάσαμε τον γκρεμισμένο Άι-Θανάση κι αρχίσαμε την ακουστική παρατήρηση, καλυμμένοι στο χοντρό, πανάρχαιο σφεντάμι. Λίγο πιο πέρα έστεκε η γέρικη κρανιά, που οι χωριανοί από παμπάλαια συνήθεια έθαβαν τ’ αβάπτιστα παιδιά. Η παρατήρηση ήταν σχολαστική. Οι μαχαλάδες και τ’ άλλα δυο ξωκλήσια, τ’ Άι-Γιάννη και της Αγίας Παρασκευής, ήταν καθαρά. Καμιά κίνηση, ούτε από φίλια πρόσωπα δεν φάνηκε. Απόφαση λοιπόν να παραμείνουμε για λίγο στο Νεχώρι, στα κορφινά σπίτια, εκεί όπου αρχίζει και το δάσος.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)