Ασυνείδητο και πραγματικότητα
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Μας κρατεί δέσμιους ο τόπος μας, ενώ δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει. Ούτε ασφάλεια, ούτε τροφή, που το πρόβλημά της είναι δραματικό. Δεν υπάρχει λόγος σημαντικός να μας κρατά, εκτός από τα ψυχολογικά μας δρώμενα. Γνωρίζουμε ότι ο Γράμμος έπεσε και οι αντάρτες πορεύονται για τις χώρες του Σοσιαλισμού. Στο τέλος Αυγούστου μάθαμε από χειρόγραφες προκηρύξεις ότι ο Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου), στρατηγός-διοικητής της ΙΙ Επίλεκτης Μεραρχίας του ΔΣΕ, σκοτώθηκε στα Μάρμαρα Φθιώτιδας, στις 21 Ιουνίου 1949. Όμως μάθαμε και κάτι ευχάριστο, μικρή πνοούλα αισιοδοξίας. Από κομμάτι εφημερίδας τον Σεπτέμβρη του 1949 μάθαμε πως η Κίνα έγινε λαϊκή δημοκρατία με αρχηγό τον Μάο Τσε Τουνγκ.
     Για μας η κατάσταση κάθε μέρα που περνά γίνεται σοβαρή. Ένας δρόμος υπάρχει: η έξοδος προς την Αλβανία. Η περιοχή είναι λίγο-πολύ γνωστή, κι από τον πόλεμο του 1940 κι από τη μεγάλη πορεία του Αρχηγείου Ρούμελης το 1947 προς τα σύνορα, για προμήθεια πολεμικών ειδών. Όμως η δημιουργία μικροομάδων με συνειδητή πειθαρχία είναι δύσκολη. Στην ψυχή των συναγωνιστών βόσκει ένα ψυχολογικό κενό, που ενισχύεται από σωρεία ελλείψεων: οπλισμό, επιμελητεία και, το σπουδαιότερο, από ηγήτορα ικανό να παίξει σημαντικό ρόλο στην πρόσφατη αντιστασιακή μας ιστορία.
     Καιρός να επιστρέψουμε στην άχαρη καθημερινότητα. Αυτές τις ημέρες μαζέψαμε σταφύλια και φκιάσαμε πετιμέζι. Γεμίσαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας για τη μελλοντική μας πορεία. Καρύδια δεν υπάρχουν, παρά μόνο κάστανα, που μας βοήθησαν να σταθούμε στα πόδια μας. Θα είναι με οικονομία το ταχτικό μας συσσίτιο. Όμως για κείνο που ενδιαφερόμαστε περισσότερο είναι να βρούμε ένα ζευγάρι κιάλια κι έναν καφόμυλο ν’ αλέθουμε, όπου βρίσκουμε, κριθάρι-σιτάρι-καλαμπόκι. Ακόμα κάναμε μια δοκιμή ανακάλυψης τροφίμων που εγκατέλειψε ο στρατός σε περιπτώσεις διανομής σε μικρά τμήματα.
     Ήταν μια ηλιόλουστη χινοπωριάτικη μέρα του Οκτώβρη 1949 που ξεκινήσαμε, έστω δοκιμαστικά, για μια τέτοια επιχείρηση. Στη θέση Άι-Λια του Νεχωριού έρχονταν μεταγωγικά του στρατού από Καρπενήσι, με τρόφιμα που τα παραλάβαινε ένα τμήμα από τη δύναμη που υπήρχε στην Αγία Τριάδα. Όταν τελείωσε η διανομή, τα δυο τμήματα συμπτύχτηκαν προς Καρπενήσι και Αγία Τριάδα. Εμείς με προφυλάξεις πλησιάσαμε το οροπέδιο του Άι-Λια που ερημώθηκε. Όμως αναβάλαμε τη μετάβασή μας στο χώρο της διανομής από μια ενστιχτώδη παρόρμηση, που μας ειδοποιούσε να μην πάμε ακόμα.
     Κάνοντας λοιπόν πράξη τη δυσπιστία μας, αφήσαμε να κυλήσει λίγος χρόνος. Και τότε είδαμε να κατεβαίνουν από τη μεριά της εκκλησούλας μια ομάδα ώς πέντε-έξι στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια και να προχωρούν προς Αγία Τριάδα. Πολλές φορές άφηναν σαν δολώματα κομμάτια κουραμάνας, ανοιχτές κονσέρβες και αποτσίγαρα (γόπες) για τους πεινασμένους αντάρτες. Έτσι τους ξεγελούσαν και τους παρέσυραν να αρπάξουν κανένα ψίχουλο ή καμιά γόπα και τους σκότωναν εν ψυχρώ. Για λόγους ανθρωπιστικούς!
     Τώρα είδαμε με τα μάτια μας τη «χριστιανική» αγάπη τους. Μελαγχολικοί επιστρέψαμε στη λούφα μας, χωρίς να οικονομήσουμε τίποτα.
     Μια νύχτα με τον Τσιαξίρη κινήσαμε για κάποια δουλειά, με δρομολόγιο Αγία Παρασκευή-Τραγούσι. Σε μια σπασμένη καλύβα φκιάσαμε το γιατάκι μας και στον έλατο κρεμάσαμε τα ταγάρια μας με λίγα βρασμένα κάστανα. Το πρωί ξυπνήσαμε και, ψάχνοντας για πρωινό ρόφημα λίγα κάστανα, δεν βρήκαμε σχεδόν τίποτα. Σκίουροι όλη νύχτα ανεβοκατέβαιναν στον έλατο, άρπαζαν τα κάστανα και τα πήγαιναν στις φωλιές τους.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)