Προς την τελική λύση
Αποστολόπουλος Βασίλης
Εκτύπωση
Ψυχολογικά δεν αισθάνομαι καλά. Στη σκέψη περνά, όπως σε ταινίες με διαλείμματα και διακοπές, ένας βασανισμένος και ηρωικός κόσμος, που αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό, στο όνομα της γνήσιας δημοκρατίας.
     Όμως τα πράγματα δεν δικαίωσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας. Στην υπόθεση του έργου παρουσιάζονται αστάθμητοι παράγοντες, που επιταχύνουν και οριστικοποιούν την ιδέα της τελικής λύσης. Και η τελική λύση είναι αυτή που θα μας οδηγήσει στις σοσιαλιστικές χώρες με τις οποίες συνορεύει η πατρίδα μας.
     Στο τέλος του Οκτώβρη του 1949, συναντηθήκαμε τυχαία στο χωριό, στον κήπο μου, θέση Κωστάκη, με τους παρουσιασθέντες Κατσακιώρη Τάκη και Κλειτσάκη Θανάση από τη Μερκάδα. Στη συζήτηση που έγινε και που δεν είχε άλλο σκοπό παρά την παρουσίασή μας, εμείς αποκλείσαμε οριστικά την πρότασή τους. Και κλείσαμε τη συζήτηση με μια δραματική κουβέντα:
     –Κι εσείς φύγετε τώρα και καλήν αντάμωση στον Κάτω Κόσμο. Είστε αδερφικοί φίλοι και δεν θ’ απλώσουμε χέρι πάνω σας.
     Με υγρά μάτια χωρίσαμε. Αυτοί έφυγαν προς Άι-Γιώργη, όπου ήταν η βάση τους. Εμείς μείναμε με την ιδέα του μεγάλου ταξιδιού.
     3η Νοέμβρη 1949. Σήμερα ψιλόβρεχε. Πυκνή ομίχλη σκέπαζε το χωριό. Δεν βλέπεις το δάχτυλό σου, «άκρα του τάφου σιωπή». Στη ρίζα μιας γέρικης κερασιάς καθίσαμε οι τρεις μας με τη βουή απ’ τις σκέψεις που μας τριγύριζαν σα μυθικά πουλιά. Έγινε μια οριστική συζήτηση, με τα υπέρ και τα κατά. Η μεγάλη απόφαση για τη φυγή μας προς την Αλβανία φαίνεται δύσκολη επιχείρηση. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ναι μεν υπήρχε συναισθηματική φόρτιση στη διάρκεια της συζήτησης, όμως από την ψυχή μας που βρίσκονταν σε αναστάτωση, σε τρικυμία, προσπαθώντας ο καθένας μας να το αποκρύψει, έπρεπε να καταλάβουμε πως ο συναισθηματισμός δεν ήταν καλός οδηγός.
     Και πάρθηκε η απόφαση για την έξοδό μας προς τις χώρες του Σοσιαλισμού, και κατά προτίμηση την Αλβανία. Επειδή βοσκούσε η ιδέα της αναχώρησής μας προς τις χώρες του βοριά, φάγαμε τον τόπο να βρούμε ένα ζευγάρι κιάλια, τόσο απαραίτητα για ένα τέτοιο δρομολόγιο. Το αποτέλεσμα των ερευνών μας υπήρξε ένας καφόμυλος που θα μπορούσε να τρίψει σιτάρι ή κριθάρι. Άρχισε η ετοιμασία του επισιτισμού μας. Γεμίσαμε τα σακίδια με κάστανα, καρύδια και φρούτα της εποχής, με το πετιμέζι κι ελάχιστο αλεύρι. Αυτή θα ήταν η επιμελητεία μας για το μεγάλο ταξίδι.
     Στη συνέχεια έγινε συζήτηση για τη διανυκτέρευση. Ο Τσιαξίρης και ο Μοράβας πρότειναν το σπίτι της Ξάνθης που βρίσκεται στην πατωσιά του χωριού. Το σπίτι περιβάλλεται από ψηλές ξυλόφραχτες, που εκ προοιμίου δημιουργούσαν ένα επικίνδυνο εμπόδιο σε περίπτωση διαφυγής μας. Εγώ διαφώνησα και πρότεινα τα Ζερβέικα σπίτια που βρίσκονταν στο ψηλότερο μέρος του χωριού, σε φυσικά οχυρή θέση. Από το σημείο αυτό κάθε θόρυβος θα γινόταν αντιληπτός κι εμείς είχαμε σίγουρο σημείο διαφυγής το δάσος, που βρίσκεται στην πόρτα μας. Οι άλλοι δεν συμφώνησαν, με τη δικαιολογία της κακοκαιρίας, της πυκνής ομίχλης και της παγωμένης βροχής, γιατί ο στρατός σπάνια κινείται έξω από τη βάση του σε τέτοιες περιπτώσεις.
     Έφτασε το σούρουπο. Σκοτείνιασε το ανταριασμένο χωριό. Πολλοί πέρασαν σήμερα και χάθηκαν. Έπιασαν κάποιο λημέρι να ξενυχτίσουν. Κι εμείς πορευόμαστε με προσοχή να μην αφήσουμε ντορό ή πετάξουμε κάποια καστανόφλουδα, και ο εχθρός να υποθέσει ότι υπάρχουν κάπου εδώ «συμμορίτες».
     Ανοίξαμε την εξώπορτα της αυλής του σπιτιού της μακαρίτισσας Ξάνθης, μιας γυναίκας που με την επιστροφή της από την Κωνσταντινούπολη έφερε και τη μόδα του καπνίσματος. Το Νεχώρι, τότε, είχε πολλούς ξενιτεμένους στη Βασιλεύουσα και δόθηκε η ονομασία Πολιτοχώρια σε όλα τα χωριά του Δήμου Τυμφρηστού. Βαδίσαμε λίγο στην πλακόστρωτη αυλή, έτσι σαν να μας τραβούσε κάποιος, χωρίς διάθεση, σαν να επρόκειτο κάτι να πάθουμε. Ύστερα μπήκαμε στο ισόγειο με τα άφθονα καυσόξυλα. Γύρω από το σπίτι υπήρχαν πυκνές ξυλόφραχτες, που σε περίπτωση αιφνιδιασμού ήμασταν πιασμένοι. Ο Τσιαξίρης άναψε φωτιά, γέμισε με νερό το μεγάλο πολίτικο αρβαλωτό1 της Μηχιωτοβαγγελής, για να φκιάσουμε το μέλανα ζωμό. Άφθονο νερό και μικρή ποσότητα αλεύρι.
     Εγώ ήμουν ανήσυχος. Από κάποια προαίσθηση βγήκα στον κήπο. Εκεί υπήρχε μεγάλη κρεβατίνα με άσπρα σταφύλια, που έσταζαν νερό από το φθινοπωριάτικο πρωτοβρόχι. Πιο πέρα άσπριζε ένας μεγάλος σκελετός αλόγου. Μακάβριο θέαμα για τη σύνθεση δυσάρεστων αισθημάτων. Συνέχεια, προσπαθώντας να συλλάβω ήχους, άκουγα τα γαυγίσματα των λίγων αδέσποτων σκυλιών που περιφέρονταν κι αυτά στο χωριό, με το χαρακτηριστικό ότι γαυγίζουν άνθρωπο. Και πάλι ήρθε σαν δικαιολογία ότι πέρασαν κάποιοι που κινούνταν προς διάφορες κατευθύνσεις. Έτσι, δεν ήθελα να φυλακιστώ στο ισόγειο που έβραζε ο χυλός, σα να είχα την ευθύνη να εξηγώ κάθε ήχο που έφτανε στ’ αυτιά μου. Αυτή η έντονη νυχτερινή διαμαρτυρία των σκύλων προέρχονταν σίγουρα από συνάντηση με ανθρώπους. Δεν μπόρεσα να εκτιμήσω και άλλους λόγους που δυνατό να υπήρχαν.
     Ξαναμπήκα στο κατώι που έβραζε η κουρκούτη και κάθισα. Ο Τσιαξίρης κατέβασε από τη φωτιά το φαγητό, διαμαρτυρόμενος να μην αρχίσουμε να τρώμε, ώσπου να κρυώσει. Εγώ δεν άντεχα στον πειρασμό της πείνας κι έφερα μια κουταλιά στα χείλη μου. Δεν άνοιξα το στόμα να καταπιώ, γιατί μου φάνηκε πως άκουσα θόρυβο έξω από το σπίτι. Και πριν προλάβουμε να ειπωθεί κάποιο σχόλιο, κάποια πρόταση, όλοι με το κουτάλι κοντά στα χείλη μας, ξέσπασαν πυκνά πυρά οπλοπολυβόλων και αυτόματων. Φωτοβολίδες φώτισαν το πυκνό σκοτάδι, ατομικά όπλα, χειροβομβίδες, φωτοβολίδες έδιναν τη σκηνή μεγάλης μάχης, ώσπου ακούστηκε μια άγρια προσταγή: ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ!
     Όσο ν’ απαντήσουμε στους πολιορκητές, εγώ πέταξα ένα μικρό, μα σημαντικό ημερολόγιο για το χρόνο κίνησης της Μεραρχίας. Ο Μοράβας τρύπωσε στους σωρούς των ξύλων. Εγώ πλησίασα την πόρτα και τους φώναξα:
     –Ρε παιδιά! Μην τουφεκάτε άλλο, τρεις άνθρωποι είμαστε! Μη φοβάστε! Μόνο ένα σαρανταπεντάρι περίστροφο έχουμε. Πάρτε το!
     Και τότε ακούστηκε μια φωνή που έλεγε:
     –Βρε παιδιά, είναι ο δάσκαλος. Μην τους σκοτώνετε.
     Ήταν η φωνή του μακαρίτη προέδρου του χωριού, Θανάση Κρέτση, που είχε τρυπώσει σ’ ένα αυλάκι. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως όλα αυτά που βλέπω και ακούω είναι μια διαβολική σκηνοθεσία. Εγκεφαλική παράκρουση, που κάποιοι άγνωστοι μηχανισμοί την έβαλαν σε κίνηση και δημιούργησαν μια τραγικά φριχτή εικόνα του παράλογου. Μα, ΟΧΙ! Ήταν κάτι πραγματικό και δραματικό αυτό που ακολούθησε.
     Ήρθαν και μ’ αγκάλιασαν κλαίγοντας γνωστοί μου παλιοί αντάρτες με αναφιλητά. Ήταν ο Λέρης από τη Μυρίκη Καρπενησίου, ήταν ο Πανάγος από την Κάτω Αγόριανη Παρνασσίδας, ήταν ο Κατσούδας Κ. από Καλεσμένο Ευρυτανίας, ήταν ο Γεώργιος Δροσόπουλος από το χωριό Γκολέμι Αταλάντης, ο Βαβάτσικος Γιάννης από το χώρο του Αγρινίου. Τέλος, επικεφαλής της Διμοιρίας των παρουσιασθέντων ανταρτών ήταν ο Παναγιώτης Κωστάκος από Αγία Παρασκευή Αταλάντης και ο Σπύρος Μούρτος από Καρούτες Λιδωρικίου. Πνιγμένοι στα δάκρυα και αυτοί, μας αγκαλιάζουν, φιλιόμαστε, και μας δίνουν θάρρος ότι θα μας βοηθήσουν.
     Την ίδια στιγμή που βροντούσαν τα όπλα στο σπίτι της Ξάνθης, στην εκκλησία του χωριού ήταν γονατισμένοι οι χωριανοί μας που ήρθαν στο εγκαταλειμμένο, από το 1947, χωριό τους, Νεχώρι Τυμφρηστού, με συνοδεία διμοιρίας. Ύστερα από τρία χρόνια εκπατρισμού προσεύχονται στον άγνωστο Θεό του Εμφυλίου Πολέμου, που βρίσκονταν στο τέρμα του. Κι εμείς, ως άοπλοι ιππότες της ελεεινής μορφής, με τη συνοδεία της Διμοιρίας, που αποτελούνταν από αντάρτες πιασμένους ή παρουσιασμένους, μ’ επικεφαλής διμοιρίτες που παραπάνω αναφέραμε, καταλύσαμε στην εκκλησία της Κοίμησης.
     Εκεί μας περίμενε η τραγικότερη εικόνα της ζωής μας. Είδαμε τους χωριανούς μας να κάθονται γονατιστοί, κολλητά ο ένας πάνω στον άλλο. Μαζί τους ήταν και ο παπάς του χωριού παπα-Βύρος και τους διάβαζε ευχές. Η εμφάνισή μας μέσα στο θαμπό φως του ναού, γιατί ήταν μεσάνυχτα, σκόρπισε ρίγη φόβου και συγκίνησης, όταν μας είδαν ρακένδυτους και ξυπόλυτους σχεδόν, να μπαίνουμε στο ναό, τέτοια φοβερή στιγμή. Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι να μας αγκαλιάσουν. Ανάμεσα στους χωριανούς μας ήταν και οι δυο ανύπαντρες αδερφάδες μου Μαριγούλα και Αθηνά, η θεια μου Νίκη και άλλοι γείτονες και φίλοι. Ο μακαρίτης Παπα-Βύρος αναφέρθηκε στη «θεία επέμβαση» που μας φώτισε να επιστρέψουμε στην Κοινωνία του Χριστού, για να ησυχάσει ο κόσμος. Εμείς, ταξιδεύοντας σ’ έναν άλλο κόσμο που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τους σκοπούς του, πιάσαμε μιαν άκρη στο γυναικωνίτη της εκκλησίας, άφωνοι.
     Οι φαντάροι στη συνέχεια μας έφεραν αφράτο, άσπρο ψωμί, χάσικο, και φάγαμε σαν πεινασμένοι λύκοι. Ο Κωστάκος μας πλησίασε και μας έδωσε θάρρος πως θα φροντίσουν όλοι τους. Πολλά χρόνια μετά, ο Παναγιώτης Κωστάκος, πρόεδρος της κοινότητας Αγίας Παρασκευής Λοκρίδας, μ’ επισκέφτηκε στο σπίτι μου, Έσλιν 33, στη Λαμία και τα είπαμε. Εντυπωσιάστηκε που είδε την πλειοψηφία της Διμοιρίας να μας φροντίζει, μας αγκάλιασε κλαίγοντας και πρόσθεσε: «Πήραμε απόφαση να σας σώσουμε, γιατί όλα τα παιδιά της διμοιρίας απαιτούσαν τη σωτηρία σας». Σαν ένδειξη των αισθημάτων τους, περασμένα μεσάνυχτα, ο διμοιρίτης Σπύρος Μούρτος από τις Καρούτες Δωρίδας, μου έφερε μόνος του το ημερολόγιο και μου το έδωσε. Αυτό όμως, από τις συνεχόμενες έρευνες και το κρύψιμό του, σχεδόν καταστράφηκε και σώζεται σήμερα μονάχα ένα φύλλο. ΕΝΑ!
     Οι στρατιώτες πήραν μέτρα ασφάλειας. Εγώ, παρ’ όλη τη σωματική και ψυχική κούραση που είχα, δεν έκλεισα μάτι. Μου φαινόταν πως βρισκόμουν ανάμεσα στα νερά του Ασπροπόταμου που βουίζουν συνέχεια ψηλά στα Τζουμέρκα. Έφερνα στη μνήμη μια τρίχρονη ζωή στο Δημοκρατικό Στρατό. Σκεφτόμουν αυτά τα παιδιά και τ’ αθώα κορίτσια που περίμεναν τη Λαϊκή Δημοκρατία να λύσει τα αιώνια, άλυτα προβλήματα της φτωχολογιάς. Θυμάμαι τους υπεράνθρωπους αγώνες των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού. Τα εκπατρισμένα χωριά μας, το κυνήγι των απλών ανθρώπων του Λαού μας, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις. Κάποτε ελπίζω να βρεθούν οι αιτίες που οδήγησαν στην ήττα το πιο λαμπρό αντιστασιακό κίνημα της νεώτερης εποχής. Προς το παρόν δεν με απασχολεί η μοίρα μου. Ό,τι θέλει, ας γίνει. Οι πόρτες των οραμάτων έκλεισαν. Μόνο οι θυσίες έχουν το λόγο.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
 
1. αρβαλωτό: χάλκινο μαγειρικό σκεύος.


(από το βιβλίο: Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες – περίοδος Β´, 1, Βιβλιόραμα, 2009)