[Καισαριανή: το πορτρέτο ενός προσφυγικού συνοικισμού τη δεκαετία του ’30]
Δόμνα Σαμίου
Εκτύπωση
[Ο Γιάννος και η Μαριγώ σ’ ένα σχολειό πηγαίναν....]
 
Γεννήθηκα στην Καισαριανή το 1928. Οι γονείς μου ήτανε Μικρασιάτες. Η μητέρα μου ήρθε το ’22 μαζί με τους πρόσφυγες, ήρθε μόνη της εδώ με διάφορους πατριώτες και γνωστούς. Έφυγε από το χωριό, το Μπαϊντίρι, πήγε στη Σμύρνη, απ’ ό,τι μου έλεγε, κρυβόντουσαν από το ένα σπίτι στο άλλο, μετά έπιασε φωτιά...
            O πατέρας μου έμεινε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία και γύρισε μετά από ένα χρόνο με την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Στην αρχή η μητέρα μου, όπως όλοι οι πρόσφυγες έμενε σε αποθήκες, σε σχολεία, μετά τους δώσανε αντίσκηνα στην Καισαριανή. Υπάρχει μια φωτογραφία στο Δήμο της Καισαριανής που υπάρχουν τα αντίσκηνα, που είναι η πρώτη φάση. Ερχόμενος ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, τους βγάλανε στον Πειραιά με το καράβι και άρχισε ο καημένος να ρωτάει πού υπάρχουνε Μπαϊντιριανές. Βρέθηκε μια Μπαϊντιριανιά, συχωριανή της μάνας μου, η οποία ήξερε πού μένει η μάνα μου, τον πήρε και τον οδήγησε και τον έφερε στην Καισαριανή. Φαντάζεσαι τη συγκίνηση και των δύο, ο πατέρας με τσουβάλια και με ψείρα κουκουνάρι... Συναντήθηκαν λοιπόν ο Γιάννης κι η Μαρία. Η μάνα μου δεν ήξερε αν ζούσε ή αν πέθανε. Απ’ ό,τι μου έλεγε πήγαινε και ρωτούσε κάποια μέντιουμ να της πει αν ζει, και της έλεγε ότι ζει και να μην ανησυχεί. Και τον έβλεπε, λέει, να ταΐζει καμήλες, και όντως τον είχανε οι Τούρκοι στο στρατό να ταΐζει καμήλες.
            Τέλος πάντων ήρθε λοιπόν ο πατέρας μου και απ’ ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου βάλανε γκαζοτενεκέδες και τάβλες να κάνουνε οι άνθρωποι κρεβάτι μες στο αντίσκηνο να κοιμηθούνε. Εντωμεταξύ είχανε φτιάξει και την εκκλησία, τον άγιο Νικόλαο. Ο πατέρας μου ήτανε, ας το πούμε θρησκόληπτος, του άρεσε πολύ η εκκλησιαστική μουσική και η εκκλησία. Μια και ήτανε κοντά το αντίσκηνο στην εκκλησία, πήγαινε την Κυριακή να παρακολουθήσει τη λειτουργία αλλά και πολλές φορές το απόγευμα που γίνονταν βαφτίσια και γάμοι...
 
 
 
 
[Παλάτια θα σου χτίσω εγώ να σ’ έχω μέσα Μαριγώ...]
 
Μια Κυριακή απόγευμα γινότανε ένας γάμος και ο πατέρας μου, σαν διασκέδαση το είχε ο άνθρωπος, πού να πάει, καφενεία δεν πήγαινε, δεν έπινε, πήγε λοιπόν στην εκκλησία να παρακολουθήσει το γάμο. Η μάνα μου έμεινε στο αντίσκηνο, ήτανε έγκυος τότε στην αδερφή μου. Περίμενε να γυρίσει ο Γιάγκος, πήγε δέκα, πήγε έντεκα, πήγε δώδεκα, πήγε μία, η εκκλησία ήταν κλειστή, δεν υπήρχε κανείς μέσα. Τι έγινε ο Γιάγκος, πού πήγε ο Γιάγκος, ανησυχούσε η κακομοίρα, δεν ήξερε τι να κάνει, δεν κοιμήθηκε περιμένοντας τον Γιάγκο. Πρωί πρωί ο Γιάγκος έρχεται. «Πού ήσουνα;» του λέει ανήσυχη. «Σώπα, της λέει, στην εκκλησία που ήμουνα άκουσα ότι δίνουν τις παράγκες και έφυγα απ’ το γάμο και έτρεξα και μπήκα σε μια παράγκα κι έκατσα για να μην μου την πάρει άλλος». Κι έμεινε μέχρι το πρωί ο καημένος. Του τη δώσανε, την πήρε μόνος του, δεν ξέρω, ευτυχώς ήτανε στην άκρη, ακριανή παράγκα, οπότε είχε και παράθυρο προς το στενάκι και είχαμε και αέρα και φως. Έτσι πήρε την παράγκα ο Γιάγκος. Το πρωί παρακάλεσε εκεί μια γειτόνισσα να προσέχει να μην του την πάρει κανείς κι έτρεξε γρήγορα να το πει στη Μαρία, να κουβαλήσουν τα πράγματα.
            Ο πατέρας μου στη Μικρά Ασία έραβε γαϊτάνια στα γιλέκα γύρω γύρω, αυτή ήταν η δουλειά του. Όταν ήρθε εδώ δεν είχε ο άνθρωπος δουλειά και τότε η μάνα μου του πήρε δυο καλάθια και στο ένα έβαλε λεμόνια και στο άλλο αυγά. Και κείνος ντρεπότανε να πάει να τα πουλήσει κι έκλαιγε φαίνεται, αλλά η μάνα μου δυναμική, του έλεγε «Τι θα γίνει εδώ πέρα, θα δουλεύω μόνο εγώ; Κοτζάμ άντρας εσύ, μπρος, να πας να τα πουλήσεις». Τι να ’κανε ο φουκαράς, πήρε τα καλάθια και γύριζε τις γειτονιές, τα πούλησε τη μια φορά, γύρισε ευχαριστημένος και πήρε άλλα, ξαναγύρισε. Στην αρχή έκανε αυτό, μετά έγινε οδοκαθαριστής στο Δήμο Αθηναίων, στην οδό Αιόλου σκούπιζε τα πεζοδρόμια. Αλλά επειδή κάθε τόσο άλλαζε ο δήμαρχος –θυμάμαι τον Κοτζιά έλεγε κι ένα άλλο όνομα έλεγε– έπεφτε ο Κοτζιάς και ερχόταν ένας άλλος και κάθε που άλλαζε ο δήμαρχος σταματούσε κι αυτός να δουλεύει. Τώρα ο Κοτζιάς τον έβαζε, ο άλλος τον έβαζε; Δεν ξέρω. Έτσι δεν είχε μόνιμη δουλειά και πολλές φορές καθόταν, και η καημένη η μάνα μου δούλευε για να βοηθήσει το σπίτι. Η αδελφή μου πήγαινε σε μια γειτόνισσα που ήτανε μοδίστρα και μάθαινε, είχαμε και μία θεία στη Νέα Ιωνία που και κείνη ήτανε μοδίστρα και πήγαινε και κει και μάθαινε, αλλά δεν πρόλαβε να δουλέψει.
            Ο πατέρας μου ήτανε βενιζελικός. Έλεγε ότι «και να με πνίξουν στη θάλασσα, εγώ θα βγάζω το δάχτυλό μου και θα φωνάζω Βενιζέλο». Όλοι οι Μικρασιάτες ήτανε βενιζελικοί, καλώς ή κακώς δεν ξέρω, η ιστορία θα το πει, τέλος πάντων. Η Καισαριανή βέβαια ήταν αριστερή. Εγώ αν έμενα στην Καισαριανή μπορεί και να μη ζούσα τώρα. Έφυγα μικρή, δεκατριών χρονών το ’41, αν έμενα σίγουρα θα είχα ανακατευτεί και μπορεί να μην υπήρχα, θα ’χα μπλέξει, κάπου θα την είχα φάει...
 
 
 
 
[Καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία...]
 
Στην παράγκα γεννήθηκε η αδερφή μου, στην παράγκα γεννήθηκα κι εγώ, με μαμή βέβαια όπως κάνανε παλιά στη Μικρά Ασία –πού νοσοκομεία και μαιευτήρια βέβαια, δεν υπήρχανε, μαμές υπήρχανε και ξεγεννούσανε τις γυναίκες.
            Απ’ ό,τι θυμάμαι, από μικρό μικρό παιδάκι εκεί στην Καισαριανή μέναμε σε παράγκα. Κι όχι μόνο εμείς, ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων της Μικράς Ασίας που τους εγκαταστήσανε στην Καισαριανή, από ένα σημείο και κάτω μας είχανε κάνει παράγκες. Δηλαδή ένα δωμάτιο, μια παράγκα, είχανε δώσει στην κάθε οικογένεια, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ατόμων της κάθε οικογένειας. Ομολογώ διαστάσεις δεν θυμάμαι, τέσσερα επί τέσσερα, τρία επί τέσσερα, δεν ξέρω, ήμουνα παιδάκι. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι ήτανε ένα δωμάτιο. Ήτανε οι παράγκες η μια πλάι στην άλλη και αν θυμούμαι καλά ήταν η δική μας, της θείας Ελενίτσας πλάι, μετά της κυρα-Βαγγελιώς, μετά της Μαρίας, μετά της κυρίας Αρχοντούλας και μετά της κυρίας Ολυμπίας, άρα ήτανε έξι οι παράγκες από τη μια πλευρά και έξι αντίστοιχα από την άλλη, την πίσω πλευρά. Μας χώριζε μια μεσοτοιχία από ξύλο, από τάβλες. Δηλαδή αν ροχάλιζε ο πίσω ή διαγώνια ο άλλος ο γείτονας, εμείς ακούγαμε το ροχαλητό και οτιδήποτε άλλους κρότους σίγουρα τους ακούγαμε.
            Θυμάμαι, πίσω ακριβώς από μας έμενε μια οικογένεια, η μητέρα, η κόρη κι ο γιος, και φαίνεται η μάνα είχε ερωμένο ένα χωροφύλακα και υπήρχε ένα κουτσομπολιό εκεί γύρω. Η κόρη ήταν νέα κοπελίτσα, γύρω στα δακαέξι δεκαεφτά χρονών και τροφαντή. Και καταλαβαίνεις τώρα κοιμούντανε στο ίδιο δωμάτιο, η μάνα, ο ερωμένος και η κόρη. Ο γιος κάποια στιγμή έφυγε από το σπίτι. Κι εγώ παιδάκι άκουγα διάφορα κουτσομπολιά, χωρίς να καταλαβαίνω και πολύ πολύ.
            Πλάι στην παράγκα ο πατέρας μου είχε κάνει μια κουζινίτσα από γκαζοτενεκέδες. Είχε ανοίξει γκαζοτενεκέδες και είχε φτιάξει απέξω μια κουζινούλα ώστε να μπορεί η μητέρα μου εκεί να μαγειρεύει, τρώγαμε εκεί σαν τραπεζαρία. Εκεί είχε μια σκάφη και κάθε Σάββατο μας έπλενε, μας έκανε μπουγάδα όλους, από τον πατέρα μου μέχρι την αδελφή μου και μένα. Είχε ένα βαρέλι μεγάλο μες στην κουζίνα όπου μάζευε βρόχινο νερό, γιατί με το βρόχινο νερό καθαρίζανε τα μαλλιά καλύτερα, ή και τα ρούχα που έπλενε ήταν καλύτερα.
            Υπήρχε στη γειτονιά μας οικογένεια με οχτώ παιδιά και η γυναίκα λεγόταν Κωσταντία και τη φωνάζαμε Κωσταντία η λαδού, διότι το κουζινάκι που έφτιαξε ο άντρας της, το έκανε μπακάλικο και πουλούσε λάδι και τη φωνάζαμε Κωσταντία η λαδού, βγάζαν παρατσούκλια. Φαντάσου λοιπόν το χώρο! Σ’ αυτό το δωμάτιο μέσα, οχτώ παιδιά και δύο οι γονείς δέκα και το κουζινάκι να κάνει χρήση μπακάλικου....
            Σ’ αυτό το κουζινάκι θυμάμαι πολλές φορές είχαμε φιλοξενήσει, είχαμε κοιμίσει διάφορους γνωστούς και πατριώτες από τη Μικρά Ασία που δεν τολμούσαν να πάνε πιο πάνω που ήταν το σπίτι τους γιατί τους κυνηγούσανε, μπλόκα, και το ’να και τ’ άλλο. Για λόγους πολιτικούς καθαρά, ήτανε οι άνθρωποι κομμουνιστές. Κανονικά πήγαιναν στη δουλειά τους, πιο ψηλά από μας ήταν το σπίτι τους –και αυτονών παράγκα– αλλά μαθαίνανε στην Αθήνα, πριν γυρίσουν το απόγευμα να επιστρέψουν στο σπίτι, «μην πάτε απάνω γιατί έχει μπλόκο» και αυτοί μένανε πιο κάτω και πολλές φορές μένανε στο σπίτι μας. Και επειδή ήταν ακριβώς πίσω μας αυτός ο χωροφύλακας, ο πατέρας μου έτρεμε ο φουκαράς και θυμάμαι που μου έλεγε «Κακομοίρα μου, μην πας το πρωί που θα βγεις στη γειτονιά και πεις στα παιδιά ότι κοιμήθηκε ο θείος τάδε…».Θέλω να πω ότι όλα ακούγονταν και τα μάθαινε ο ένας από τον άλλον πολύ εύκολα με αυτή την κατασκευή των σπιτιών.
            Αυτές οι παράγκες σχημάτιζαν τετράγωνο και υπήρχανε είσοδοι που έμπαινες μέσα στο τετράγωνο αλλά ήταν πολύ στενές, μόνο ποδήλατο μπορούσε να περάσει ή γαϊδουράκι και σούστα το πολύ πολύ, αλλά όχι αυτοκίνητο. Στη μέση λοιπόν αυτού του τετραγώνου, σε κάθε τετράγωνο, υπήρχαν τα κοινά καμπινέ. Ήταν κι αυτά χωρισμένα στη μέση, η μια μεριά ήταν των ανδρών, η άλλη των γυναικών. Βέβαια οι άνθρωποι αναγκαζόντουσαν μέσα στα σπίτια τους τη νύχτα να έχουνε κάποιο δοχείο και την άλλη μέρα το πρωί όλες οι γειτόνισες πηγαίνανε παρέλαση να αδειάσουνε όλα αυτά μέσα εκεί. Υπήρχε και ένας κοινός βόθρος που πήγαιναν μέσα όλα αυτά και το βυτίο εκκενώσεως βόθρων που ήταν του Δήμου αργούσε πολλές φορές να ’ρθει κι ο βόθρος γέμιζε και ξεχείλιζε και δυσοσμίες...
            Νερό βεβαίως δεν είχαμε στις παράγκες. Υπήρχαν βρύσες κοινές, κοινοτικές, σε κάποιες γωνίες, όπου γύρω γύρω από τη σωλήνα ήτανε τσιμέντο. Θυμάμαι που πηγαίναμε να πάρουμε νερό. Η μητέρα μου δούλευε η καημένη για να βοηθήσει τον πατέρα μου και έλειπε όλη τη μέρα. Επειδή αυτό το νερό ερχόταν ορισμένες ώρες της ημέρας, ερχόταν, ας πούμε, δέκα με δώδεκα ή μία με τρεις, και έπρεπε όλοι, κυρίως οι γυναίκες να τρέξουν να γεμίσουνε τους τενεκέδες. Είχαμε γκαζοτενεκέδες και στη μέση από τη μια μεριά ως την άλλη ένα ξύλινο στρογγυλό χέρι, ή με κουβάδες. Επειδή έλειπε η μητέρα μου και η αδερφή μου μάθαινε μοδίστρα και δεν ήταν στο σπίτι, κουβαλούσα εγώ τις περισσότερες φορές το νερό για όλη την οικογένεια. Κάναμε ουρά λοιπόν και θυμάμαι την εξής εικόνα: από νωρίς πηγαίναν οι γυναίκες και βάζανε τους τενεκέδες τους στην ουρά, τον έναν πίσω από τον άλλον. Την ώρα λοιπόν που ερχόταν το νερό, πηγαίναμε εκεί και βεβαίως πολλές φορές πήγαινε η μία να κλέψει τη σειρά της άλλης και παίζονταν οι γκαζοτενεκέδες και χτύπαγε η μια και άνοιγε το κεφάλι της άλλης. Ήτανε μια Αρμένισσα που την είχαμε βγάλει «Το καμένο κρεμμύδι», γιατί ερχόταν με τον τενεκέ και προφασιζόταν και μας παρακαλούσε να την αφήσουμε να πάει να πάρει το νερό γιατί έχει αφήσει το κρεμμύδι στη φωτιά και θα καεί.
            Μέχρι το ’40 και ’41 που έγινε η Κατοχή και έφυγα εγώ από το σπίτι, αλλά και μέχρι το ’44 που κάηκε όλη η γειτονιά μου, δεν θυμούμαι ποτέ να είπαν ότι βάλανε νερό μέσα στα σπίτια. Νομίζω ότι το ίδιο πράγμα θα ίσχυε και για τις άλλες γειτονιές που ήταν πάνω από μας, όπου τα λέγαμε εμείς «τα χτιστά». Διότι από ένα σημείο και μετά υπήρχανε πάλι προσφυγικά σπίτια αλλά ήτανε χτιστά με πλίνθους. Άλλα διόροφα και άλλα μονόροφα, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα και τα οποία φοβάμαι ότι όπου νάναι θα τα γκρεμίσουνε για να χτίσουν πολυκατοικίες. Και τώρα πάω και τα επισκέπτομαι πολλές φορές και περνάω και συγκινούμαι ιδιαιτέρως. Και αυτά «τα χτιστά» που λέμε, το ίδιο σύστημα και αυτοί: πολύ μικρά δωμάτια, έξω από τα δωμάτια αυτά έχουν τα μικρά τα κουζινάκια που σκύβεις για να μπεις μέσα. Απορώ αυτοί οι άνθρωποι πώς χωρούνε μέσα εκεί. Φοβούμαι λοιπόν ότι και αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν τις ανέσεις.
            Πιο πάνω από μας υπήρχε ένα ρέμα που έχει κλειστεί τώρα, εκεί ήταν «τα Αρμένικα». Είχε μια αρμένικη εκκλησία με τον Αρμένη τον παπά και μέσα στην εκκλησία είχαν οι Αρμένηδες το σχολείο τους. Και μεις βρωμόπαιδα, όταν περνούσαμε από κει πειράζαμε τα Αρμενόπουλα. Θυμάμαι τον Αρμένη τον παπά που ερχόταν σε μια οικογένεια που καθόταν κοντά μας και τους έκανε επίσκεψη. Μια εποχή, τώρα ούτε που θυμάμαι πότε, ομαδικά φύγανε οι Αρμεναίοι και πήγανε στη Ρωσία, αυτό άκουγα να λένε. Σ’ αυτή την περιοχή που ήτανε το ρέμα θυμάμαι ήταν ένα εργοστασιάκι που έφτιαχνε χαλιά και όταν περνούσα το ρέμα για να πάω στο σχολείο θυμάμαι ότι ήταν όλο κόκκινα, πράσινα, μπογιές χυμένες....
 
 
 
 
[Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί...]
 
.... Από φτώχεια τώρα καταλαβαίνετε τι γινότανε. Θυμάμαι πάρα πολλές φορές ότι τα βράδια δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι να φάμε και παίρναμε μια ρέγγα από τον μπακάλη κι ο πατέρας μου άναβε μια εφημερίδα για να την ψήσει και τρώγαμε τέσσερα άτομα, τρώγαμε μια ρέγγα και τα τέσσερα άτομα, πίναμε και μπόλικο νερό γιατί ήτανε αλμυρή η ρέγγα, φούσκωνε η κοιλιά μας και κοιμόμασταν.
            Από ρούχα; Εγώ θυμάμαι ότι παπούτσια μας παίρνανε μια φορά το χρόνο και κείνο αν καταφέρναν να τα πάρουνε.
            Το χειμώνα η παράγκα έτρεχε γιατί εμείς ήμασταν στην πιο χαμηλή στάθμη. Υπήρχαν άλλες παράγκες, όχι καν χτιστά σπίτια, παράγκες που ήτανε απέναντί μας και επειδή αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάποια καλύτερη οικονομική άνεση από μας, έβαλαν κεραμίδια για να αποφύγουν το νερό που έμπαινε. Ενώ σε μας τους υπόλοιπους κάθε φθινόπωρο μας έδινε η δημαρχία από ένα τόπι πισσόχαρτο, ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και άπλωναν αυτό το πισσόχαρτο, έβαζαν πήχες και το κάρφωναν, αλλά με πολύ δυνατό αέρα σκιζόταν το πισσόχαρτο και η βροχή έμπαινε μέσα. Όπου η κακομοίρα η μάνα μου έπαιρνε τσουκάλια, τεντζερέδια, κατσαρόλια και τα ’βαζε όπου έτρεχε το νερό κι έσταζε. Θυμάμαι πολλές φορές έσταζε και πάνω στο κρεβάτι που κοιμόμουνα με την αδερφή μου. Τύλιγε τότε η μάνα το στρώμα ρολό για να μη βραχεί και μουχλιάσει, το ’κανε στην άκρη και μας έβαζε επάνω και κάποιες βραδιές ξενυχτούσαμε πάνω στο στρώμα.
            Αυτό το πρόβλημα ήτανε μόνιμο μέχρι που κάηκε η παράγκα. Υπήρχε λοιπόν υγρασία μέσα στην παράγκα και προσπαθούσε η μάνα μου να τη ζεστάνει μ’ αυτόν τον τρόπο: Αγόραζε καρβουνόσκονη, τα υπολείμματα του ήμερου κάρβουνου, όχι του κωκ, από τον μπάρμπα-Αλέκο, αγόραζε και ασβέστη, τα έπλαθε μαζί και τα έκανε μπαλάκια σαν ψωμάκια, τα στέγνωνε στον ήλιο και αυτά όταν ξεραινόντουσαν, τα φύλαγε σε κάτι τενεκέδες μέσα και το χειμώνα τα έβαζε στο μαγκάλι. Η μάνα μου είχε και φουφού. Ένα στρογγυλό βαρελάκι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου με τούβλα και το είχε κάνει φουφού. Εκεί μαγείρευε η μάνα μου, εκεί έβραζε και το νερό για να κάνει μπουγάδα, μπουγάδα στη σκάφη, είχε και το κοφίνι, έβαζε τα ρούχα μέσα και το σταχτόπανο από πάνω και τα περεχούσε. Για φως βέβαια είχαμε λάμπες, μπρούτζινη η καλή μας λάμπα –μάλιστα με έβαζε η μάνα μου να τη γυαλίζω με στάχτη και λεμόνι– και στην κουζίνα μέσα ήταν σαν αυτές τις γυάλινες τις στρογγυλές.
 
 
 
 
[Φτώχεια κι αν έχεις θύματα, κρύβεις ψυχές μ’ αισθήματα...]
 
Φυσικό είναι, όλοι οι γείτονές μου ήτανε Μικρασιάτες. Αυτοί οι άνθρωποι που ήρθαν από κει, παρόλο τον καημό που είχανε, παρόλο τον πόνο που χάσανε την πατρίδα τους και τα σπίτια τους και τα έχει τους, βρήκανε δουλειά σιγά σιγά εδώ και το κέφι δεν τους έλειπε. Πήγαιναν στις ταβέρνες που δημιουργήθηκαν εκεί γύρω, πίναν το κρασάκι τους, το ουζάκι τους, τραγουδούσανε. Ήτανε πάρα πολύ εγκάρδιοι. Γινόταν, ας πούμε, ένας γάμος. Όλοι μαζί βοηθούσαν στο γάμο, στρώνανε τα τραπέζια στην αυλή, φορούσανε στη μέση τους οι άντρες τραπεζομάντιλα και κάνανε τα γκαρσόνια. Ή αν γεννούσε μια γυναίκα, τρέχανε όλες οι γειτόνισσες να βοηθήσουνε τη λεχώνα να γεννήσει, να της πλύνουν τα ρούχα, να της πλύνουν τα πιάτα, να μαγειρέψουνε. Ή αν γινότανε κηδεία πάλι όλοι τρέχανε να βοηθήσουνε. Δεν είναι αυτό το σημερινό, που μένεις σε μια πολυκατοικία και δεν ξέρεις ποιος κάθεται από πάνω, ποιος κάθεται από κάτω, ποιος κάθεται πλάι. Εκεί γνώριζε ο ένας τον άλλον στη γειτονιά και όλοι συντρέχανε ο ένας τον άλλον, να βοηθήσουνε.
            Είχαμε διάφορους τύπους εκεί στο συνοικισμό. Πρώτα πρώτα θυμάμαι τον πεσβάντη. Ο πεσβάντης είναι προφανώς λέξη τούρκικη. Λοιπόν τώρα αυτός ο νυχτοφύλακας φορούσε μια χακί κιλότα, όπως φοράνε οι Κρητικοί και μαύρα στιβάνια που φορούσαν κυρίως οι Βουρλιώτες –γιατί είχαμε στη γειτονιά κι έναν άλλον γείτονα από τα Βουρλά και φορούσε το ίδιο ρούχο. Αυτός λοιπόν γύριζε τις νύχτες τρεις φορές, κατά τις έντεκα, κατά τη μία και κατά τις τρεις. Ούτε μίλαγε ούτε φώναζε, απλώς κρατούσε ένα στρογγυλό ξύλο, μια μπαστούνα στρογγυλή χοντρή και όπου είχε επισημάνει πέτρες κάτω στο χώμα, σήκωνε ψηλά τη μπαστούνα για να κάνει μπάπ δυο τρεις φορές ώστε ο κλέφτης που τον άκουγε να φύγει. Κρατούσε λοιπόν τη μπαστούνα πρώτον για να ειδοποιήσει τον κλέφτη, «φύγε γιατί έρχομαι», και φαντάζομαι την είχε και σαν αμυντικό όπλο ή σαν επιθετικό.Τις Κυριακές τα μεσημέρια γύριζε και του δίναμε από μια δραχμή, αυτή ήταν η αμοιβή του.
            Τον μόνο «κλέφτη» που θυμάμαι ήταν ο «Ψαχούλας». Αυτός ο κακομοίρης, τα καλοκαίρια επειδή έκανε πολύ ζέστη μες στην παράγκα, οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμόντουσαν έξω, στρώνανε κάτω ή βγάζανε μικρά ντιβανάκια ή αν είχανε κάνει κάποιο μικρό πεζουλάκι έξω από το σπίτι, στρώνανε εκεί πέρα και κοιμόντουσαν ή αφήνανε τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά. Αυτός ο Ψαχούλας δεν έκλεβε τίποτα, απλώς πήγαινε όπου είχε κυρίες ή κοπέλες και έβαζε το χεράκι του κάτω από τα σεντόνια κι έπιανε κάνα πόδι, κάνα μπούτι και λέγανε, «ο Ψαχούλας παρουσιάστηκε πάλι απόψε».
            Ένας άλλος τύπος ήταν ο τελάλης. Αυτό που έχουμε σήμερα και μας τρελαίνουν τ’ αυτιά τηλεόραση και ραδιόφωνο με διαφημίσεις που έχουν γίνει πια επιστήμη, τότε ήταν ένας αόμματος –τον θυμάμαι πολύ καλά– τον κουβαλούσε ένα παιδάκι και με το μπαστούνι του και πήγαινε στις γωνίες των τετραγώνων στις γειτονιές και διαφήμιζε και τον πλήρωνε φαντάζομαι ο διαφημιζόμενος. Είχαμε ένα χασάπικο στην Καισαριανή, πολύ γνωστό, του Στραβαρίδη, και φώναζε ο τελάλης, κυρίως τα Σάββατα, γιατί το Σάββατο πήγαινε ο κόσμος και ψώνιζε: «Σήμερα στου Στραβαρίδη το χασάπικο θα βρείτε βοδινό με τριάντα δραχμές ή αρνί με τόσο» ή «χάθηκε ένα παιδάκι και όποιος το βρει να το φέρει στην αστυνομία».
            Όχι μόνο εμείς αλλά όλοι εκεί οι άνθρωποι δεν είχαμε την ευχέρεια την οικονομική να τρώμε το κρέας που τρώνε σήμερα. Παίρναμε λοιπόν μια φορά την εβδομάδα, δηλαδή η Κυριακή ήταν μεγάλη μέρα για μας: την Κυριακή έπρεπε να βάλουμε τα καλά μας ρούχα, την Κυριακή έπρεπε να ξυριστεί ο πατέρας μου για να πάει στην εκκλησία, άλλαζε όλη η ψυχική μας διάθεση.
            Eνώ τις καθημερινές τρώγαμε όσπρια, πρασόρυζο, σπανακόρυζο, ρέγγες που τις έκαναν στην εφημερίδα, κάποια σαλάτα, σούπες διάφορες, μπακαλιάρο ξερό, αυτά ήταν τα φαγιά, αυτά θυμάμαι. Βέβαια το καλοκαίρι ήτανε οι μελιτζάνες, οι μπάμιες, όλα αυτά, αλλά όχι όπως τα κάνουν τώρα όλα τουρλού, το τουρλού δεν το ξέραμε, μελιτζάνες χωριστά, μπάμιες χωριστά, δηλαδή ένα τσουκάλι με ένα είδος φαγητού.
            Από γλυκά η μάνα μου έκανε του κουταλιού. Ραβανί, μπακλαβάδες και τέτοια δεν έκανε. Το καλοκαίρι έπαιρνε σταφύλι και έκανε σταφύλι γλυκό ή έπαιρνε καρπούζι ή το φλούδι από το νεράντζι και το έκανε ρολό, καρουλάκι το έλεγε. Επίσης η μάνα μου έκανε κάτι άλλο. Το καλοκαίρι έπαιρνε μελιτζάνες μακρουλές, τις έκοβε στη μέση, τις άδειαζε και τις περνούσε με μια βελόνα, αρμαθιές, έπαιρνε μπάμιες τις περνούσε από το κεφαλάκι με τη βελόνα και τα κρεμούσε, τα ξέραινε και τα είχε για το χειμώνα. Τα ζεμάταγε και τα μαγείρευε. Επίσης κάναμε τραχανάδες, κάναμε ντοματοπελτέ, παίρναν ντομάτες οι γυναίκες και το καλοκαίρι όλη η γειτονιά μύριζε ξυνή ντομάτα, γιατί πάνω στις στέγες από τις παράγκες –που έτσι να κάνανε έφταναν τη σκεπή– απλώνανε απάνω εκεί τα ταψιά. Κάνανε λοιπόν τον τραχανά, τον πελτέ και κάνανε και φιδέ, κάνανε ζυμάρι με αλεύρι και είχανε τα καλμπούρια, τα κόσκινα τα λέγαμε καλμπούρια. Επίσης η μάνα μου έκανε και ελιές τσακιστές που τις αγόραζε στη λαϊκή αγορά. Υπήρχε λαϊκή αγορά στο Παγκράτι και πηγαίνανε εκεί οι γυναίκες και κουβαλάγανε πράγματα, μάλιστα η χαρά μου σαν παιδάκι ήταν να με πάρουν στη λαϊκή αγορά, διασκέδαζα πάρα πολύ. Έκανε ακόμη γαύρο, τον έκανε παστό.
            Οι γυναίκες πλέκανε, βέβαια, το πιτσίνι το λεγόμενο. Η θεία Ελενίτσα, αυτή συνεχώς με το βελονάκι έκανε ροδέλες και τις ροδέλες τις ένωνε και δεν ξέρω τι άλλο τις έκανε. Η μάνα μου είχε κουρτινάκια στο παράθυρο, στην εταζερίτσα είχε. Κάτω υπήρχανε κουρελούδες.
 
 
 
 
[Φεγγαράκι μου λαμπρό...]
 
Σχολείο πήγα στην αρχή σε μια παράγκα –όπως και η εκκλησία ήτανε παράγκα, δεν ήταν αυτό το μεγαθήριο που υπάρχει τώρα–, μετά χτίστηκε το σχολείο του Βενιζέλου, επάνω στην Καισαριανή και τα υπόλοιπα χρόνια τα πέρασα εκεί.
            Δεν θυμούμαι, γιατί ήμουν παιδάκι, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω και να ξέρω αν τα παιδιά ήταν κι από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά προφανώς ήτανε μόνο παιδιά των προσφύγων. Στη γειτονιά είχαμε Αρμεναίους και είχαμε αργότερα, δεν ξέρω πώς και γιατί είχαν έρθει, και μια, την κυρά Στέλλα που τη λέγαμε «η Μυτιληνιά», η οποία ήταν από τη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν ήτανε Μικρασιάτισσα ήτανε δαχτυλοδειχτούμενη και όταν θέλαμε να πούμε για τα παιδιά της, λέγαμε, «της Στέλλας της Μυτιληνιάς ο γιος, ας πούμε, έκανε αυτό»...
            Διάβασμα με τη λάμπα, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι δεν μ’ άρεσαν ποτέ τα γράμματα. Στο σπίτι άλλο από μια Σύνοψη και την εφημερίδα που διάβαζε ο πατέρας μου... Η Σύνοψη, η Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννου, και με βάζανε παιδάκι να τους τα διαβάζω αυτά και δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Η μάνα μου δεν ήξερε γράμματα καθόλου, εγώ της έμαθα να βάζει την υπογραφή της. Ο πατέρας μου είχε βγάλει το δημοτικό σχολείο στο Μπαϊντίρι, διάβαζε την εφημερίδα κανονικά, αλλά βιβλία δεν είχαμε στο σπίτι μας, μόνο του σχολείου τα βιβλία. Την έννοια μορφωμένος την εποχή εκείνη στην Καισαριανή, τη δίνανε στα παιδιά που πήγαιναν στο Γυμνάσιο.
            Στην τάξη μου ήμαστε καμμιά τριανταριά παιδιά, είχαμε δασκάλα την κυρία Σωσώ, ήταν μάλιστα και κουτσή. Υπήρχε και η «Ιματιοθήκη του Μαθητή» που κάθε χρόνο ερχόντουσαν και μας μοίραζαν στα άπορα παιδάκια, έπαιρνα κι εγώ, από μια ποδιά, αυτές τις μπλε που μας κουμπώναν από πίσω και παπούτσια με βακέτα. Αυτό υπήρχε μέχρι που έβγαλα το δημοτικό. Μια εποχή μας είχανε και συσσίτιο, είχαμε μια πετσέτα, το πιάτο μας... Το σχολείο στέγαζε τρία δημοτικά, εγώ ήμουνα στο Τρίτο... Απέναντι ήταν το γήπεδο που παίζανε εκεί τα παιδιά μπάλα, κούνιες, τσουλήθρες. Θυμάμαι μια κυρία που ερχόταν και τη λέγανε «η Αμερικάνα» και μας μοίραζε γάλατα βλάχα ζαχαρούχο στις γυναίκες για τα παιδιά τους, αυτό βέβαια πριν την Κατοχή. Μάζευε τις μανάδες σε κάποια αίθουσα και τους έκανε μαθήματα για τα παιδιά. Πηγαίνανε ένα απόγευμα μες στη βδομάδα οι μανάδες...


(από τον διαδικτυακό τόπο: www.domnasamiou.gr)