[Η Δόμνα ακούει και μαθαίνει μουσική]
Δόμνα Σαμίου
Εκτύπωση
Το αυτί μου εμένα από τότε, σαν παιδάκι που ήμουνα, έπαιρνε όλους τους ήχους και τις μουσικές. Ο πατέρας μου έψελνε πάρα πολύ ωραία, δεν ήταν ψάλτης ο άνθρωπος, αλλά έψελνε και τραγουδούσε επίσης πολύ ωραία. Θυμάμαι όταν γύριζε από τη δουλειά του μ’ έπαιρνε στα γόνατά του και με ταχτάριζε και μου έλεγε, ας πούμε, Ταχτιρί πού πας μωρή, στον τσοπάνο για τυρί, και τυρί δε βρήκαμε, τον τσοπάνο δείραμε... ή άλλα διάφορα, ας πούμε, Το παιδί θέλει χορό, τα βιολιά δεν είν’ εδώ, κι όποιος πάει να τα φέρει, ένα τάληρο στο χέρι...
            Ήτανε και η εκκλησία ο άγιος Νικόλαος κοντά και κάθε Κυριακή πήγαινα μαζί με τον πατέρα μου και παρακολουθούσα τη λειτουργία, βέβαια όχι από θρησκοληψία αλλά γιατί μου άρεσε αυτή η μουσική, το είχα σαν να πήγαινα σε μια συναυλία, ας πούμε. Σιγά σιγά είχα μάθει όλη τη λειτουργία απ’ έξω, τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, τους Χαιρετισμούς, θυμάμαι πως είχα μάθει και το «Άσπιλε, αμόλυντε..», που λένε στο τέλος των Χαιρετισμών, που στέκεται ένα παιδάκι μπρος στο Χριστό κι ένα άλλο στην Παναγία, όλο αυτό το κομμάτι το έλεγα απ’ έξω.
            Μες στην εκκλησία δυστυχώς δεν μπορούσα να ψάλω, γιατί τα κοριτσάκια απαγορευόταν να ψέλνουνε. Ενώ ήταν παιδάκια της ηλικίας μου αγόρια, που μπαίνανε στο ψαλτήρι μέσα και βοηθούσαν τους ψαλτάδες. Κι εγώ ήθελα να πάω στο ψαλτήρι και δεν μπορούσα να πάω. Αλλά στο σπίτι, στην παράγκα, το χειμώνα γύρω απ’ το μαγκάλι για να ζεσταθούμε, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ζεσταθούμε, ήμασταν ο πατέρας μου, η μάνα μου, η αδελφή μου κι εγώ –η αδελφή μου δεν ενδιαφερότανε πολύ για τα ψαλσίματα, η μάνα μου ήταν φάλτσα – κι εγώ με τον πατέρα μου ψέλναμε. Εκείνος έκανε τον παπά, εγώ το διάκο, εκείνος τον δεξιό ψάλτη, εγώ τον αριστερό. Αυτό ήτανε για μένα η μεγαλύτερη χαρά. Πόσο μάλλον όταν έφτανε πια η Σαρακοστή και η Μεγάλη βδομάδα, εκεί πια πετούσα στον ουρανό...
            Εκτός από την εκκλησία που πήγαινα, οι γυναίκες το φθινόπωρο, το χειμώνα κάνανε ολονυκτίες στο σπίτι. Ας πούμε μία είχε ένα παιδί άρρωστο κι έταζε «να γίνει το παιδί μου καλά και θα κάνω ολονυκτία». Όταν γινόταν λοιπόν καλά το παιδί ή οτιδήποτε άλλο είχε τάξει, ή από την εκκλησία έπαιρνε την εικόνα ή γειτόνισσες είχαν θαυματουργές εικόνες, την Παναγία, το Χριστό και έλεγαν «θα ξενυχτήσουμε το Χριστό ή την Παναγία» και ειδοποιούσε τη γειτονιά, ότι «απόψε έχουμε ολονυκτία». Βάζανε κάπου την εικόνα και είχανε κάτι με άμμο για να βάζουν τα κεριά οι γυναίκες και κάποια ώρα μαζευόμαστε. Εμένα ήταν η χαρά μου να γίνει ολονυκτία, να πάω από τους πρώτους και να αρχίσουμε τα ψαλσίματα. Μας βάζαν και οι μεγάλες, «άντε εσείς που είστε παιδιά, σας ακούει ο Θεός, είστε αθώα, να ψάλετε». Τα ήξερα όλα απ’ έξω, όλες τις ακολουθίες και πια εκεί πέρα εμείς αρχίζαμε και ψέλναμε.
            Σαν παιδάκια, όλα τα γειτονόπουλα που παίζαμε εκεί γύρω από την εκκλησία, το βρίσκαμε σαν διασκέδαση να πηγαίνουμε στις κηδείες, στα βαφτίσια, στους γάμους, μόλις παίρναμε χαμπάρι ότι κάτι γίνεται, τρέχαμε μέσα. Για μας ήτανε ένα θέατρο, αν το θέλεις. Σε κείνη τη γειτονιά δεν υπήρχε τίποτα. Θυμάμαι –προφανώς το ’36 που έγινε η Ραδιοφωνία και άρχισαν να ακούγονται τα ραδιόφωνα– ήτανε ένα καφενείο, του Ποσειδώνα το λέγανε, και απ’ έξω έβγαζε αυτό το κουτάκι, το ραδιόφωνο, όπου ακουγότανε σε όλη τη γειτονιά. Ανάλογα με τον αέρα που φυσούσε, μια ερχότανε η φωνή και την ακούγαμε καθαρά και μια με τον αέρα την έπαιρνε και έφευγε μακριά και άντε πάλι ξαναγύριζε η φωνή. Υπήρχε βέβαια στο Παγκράτι το Παλλάς το σινεμά, που ήταν και η πρώτη φορά που πήγα σινεμά. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που πήγα, Κυριακή απόγευμα, μπήκα με το φως της ημέρας κι όταν βγήκα ήταν σκοτεινά και μου φάνηκε κάτι πάρα πολύ παράξενο, πώς είναι δυνατόν να μπούμε με φως και όταν βγήκαμε να έχει σκοτεινιάσει.
            Θέλω να πω ότι τότε η διασκέδαση ήταν τα γεγονότα τα κοινωνικά. Η διασκέδαση ήτανε να γλεντάνε στα σπίτια. Μαζευόντουσαν ή συγγενείς ή γείτονες και γλεντούσανε, τις Αποκριές ή στους γάμους ή στις ονομαστικές εορτές, γιατί τότε γιορτάζανε τις ονομαστικές εορτές –γενέθλια δεν ξέραμε εμείς τι ήτανε, δεν ξέραμε τη γιορτή των γενεθλίων, καλά καλά δεν ξέραμε και πότε γεννηθήκανε οι άνθρωποι. Όταν ρωτούσαμε, πότε γεννήθηκες, πότε παντρεύτηκες, απαντούσαν, «όταν έκανε ο τάδε κάτι, τότε παντρεύτηκα εγώ». Τρέχα γύρευε δηλαδή.
            Επίσης υπήρχε ένα καφενεδάκι στην πίσω μεριά, στην άλλη γειτονιά, του μπάρμπα-Αλέκου, από αυτά τα καφενεδάκια που από το πίσω μέρος είχανε μια μάντρα και πουλούσανε δαδί, κωκ, κάρβουνα και τα βαρέλια με το κρασί. Κάθε φθινόπωρο θυμάμαι έβγαζε τα βαρέλια στη σειρά και έμπαινε μέσα και με μια ξύστρα τα έξυνε, τα ’πλενε καλά καλά και έρχονταν μετά τα αυτοκίνητα με το μούστο και τα γέμιζε και τρέχαν οι γειτόνισσες κι εμείς τα παιδάκια με κάτι τενεκεδάκια να πάρουμε μούστο για μουσταλευριά. Σ’ αυτό το καφενεδάκι λοιπόν πηγαίνανε οι γείτονες τα βράδια να πιούνε το κρασάκι τους, το ουζάκι τους, να φάνε το μεζεδάκι τους, την ελίτσα, τη σαρδέλα την παστή και περνούσε το τότε τζουκ μπόξ, ας το πούμε. Αυτός είχε μια θήκη από λαμαρίνα με δίσκους των εβδομήντα οκτώ στροφών και είχε τη βάση, το μηχάνημα στη μασχάλη και το χωνί στον ώμο. Περνούσε λοιπόν και πήγαινε στις ταβέρνες. Υπήρχανε αυτά τα σιδερένια τα τραπεζάκια που κλείνουνε και αυτός πήγαινε και ακουμπούσε εκεί το γραμμόφωνό του και οι άνθρωποι παραγγέλνανε με μια δραχμή, με πενήντα λεπτά, και σου ’παιζε, ας πούμε, το Χαρικλάκι. Είχανε αρχίσει τότε οι Μικρασιάτες και βγάζανε τα τραγούδια εδώ, τα Λεμονάδικα, το Χασαπάκι.... Κυρίως αυτά, γιατί το κοινό ήταν όλοι Μικρασιάτες. Ή θυμάμαι, επειδή ήταν γωνία η παράγκα μας, οι γείτονες περνούσαν μοιραία από το στενάκι μας για να πάνε στα σπίτια τους. Και θυμάμαι ο μανάβης που έμενε στην άλλη άκρη της σειράς, ο κυρ-Βαγγέλης, ωραίος λεβεντάνθρωπος, με μια μουστάκα ωραία, πολύ ωραίος άνθρωπος, είχε έξι παιδιά, περνούσε λοιπόν από δω αφού τα είχε κοπανήσει και λιγάκι και παραπατούσε, τρίκλιζε κι όλας, αλλά τραγουδούσε αμανεδάκια. Κι έλεγε ο πατέρας μου, «τα κοπάνησε πάλι ο Βαγγέλης».
            Η αδερφή μου ήτανε μεγαλύτερη από μένα, έβγαλε κι αυτή το δημοτικό. Θυμάμαι που έδινε στην τελευταία χρονιά του δημοτικού, που κάνανε γιορτή και τους είχανε μάθει διάφορα σκετσάκια να κάνουν τα παιδάκια και τραγουδάκια και είχε λάβει κι η αδερφή μου μέρος σ’ ένα απ’ αυτά τα σκετς της γιορτής και πήγαινα κι εγώ και παρακολουθούσα και θυμάμαι ακόμα –πόσο θα ήμουνα τότε, εννιά χρονών;– ήτανε ένα τραγούδι, μέχρι πρότινος το θυμόμουνα, το είχα μάθει και το τραγούδαγα στο σπίτι μας. Ό,τι άκουγα, το αυτί μου τ’ άρπαζε αμέσως, ή ευρωπαϊκό ή τα ρεμπέτικα που βγαίναν τότε... Από παιδάκι ό,τι χορός κι ό,τι τραγούδι έβγαινε, εγώ ήμουνα πρώτη.
            Από τότε εμένα μου άρεσε αυτού του είδους η μουσική, δεν ήξερα τι είναι κλασική μουσική, κανένας δεν μας μίλησε. Θυμάμαι μια φορά στο σχολείο –τι τάξη ήμουνα δεν το θυμάμαι– μας είπαν ότι θα ’ρθει ένας κύριος Κουτσιμάνης –θυμάμαι και το όνομα από τότε–, ο οποίος έπαιζε μάλλον βιολοντσέλο, δεν ξέρω ακριβώς, πάντως το έβαλε ανάμεσα στα πόδια του και μας έπαιξε διάφορες μελωδίες. Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα τέτοιο όργανο. Στην Καισαριανή υπήρχαν οργανοπαίκτες που παίζανε βιολιά, αλλά κυρίως ούτι. Είχαμε έναν Αρμένη που έπαιζε ούτι, πρέπει να το είχε φέρει από κει –η μάνα μου είχε φέρει ένα χραμάκι, το μόνο που έφερε.
            Όταν πήγα πια στην οικογένεια Ζάννου, τότε άκουσα άλλο είδος μουσικής. Θυμάμαι κατά τη διάρκεια της Κατοχής στο Παλλάς της Βουκουρεστίου γινόντουσαν συναυλίες με διευθυντή τον Βαβαγιάννη, τον Παρίδη.... Θυμάμαι η Βαλή, ο Αλέκος κι εγώ πηγαίναμε πολλές φορές για να παρακολουθήσουμε τη συναυλία... Στην Κατοχή που ήταν οι Γερμανοί ακούγαμε πάρα πολύ ωραία κλασική μουσική.


(από τον διαδικτυακό τόπο: www.domnasamiou.gr)