[Κοντά στον Σίμωνα Καρά. Η συνάντηση με την παραδοσιακή μουσική]
Δόμνα Σαμίου
Εκτύπωση
Κοντά στον Καρά δεν έμαθα μόνον βυζαντινή μουσική και νότες. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Από δημοτικό τραγούδι, παρόλο που τραγουδούσα σαν παιδάκι, δεν ήξερα τι είναι. Ο Καράς με μύησε στο τι είναι το δημοτικό τραγούδι, τα είδη του δημοτικού τραγουδιού. Αυτά που λέω τώρα γίνονται την Κατοχή, Γερμανοί βεβαίως στην Ελλάδα, ο ραδιοφωνικός σταθμός, κάτω στο Ζάππειο, ήταν στα χέρια τους. Παρόλα αυτά ο Καράς έκανε με τη χορωδία εκπομπές δημοτικού τραγουδιού στο ραδιόφωνο. Μπαίναμε στο στούντιο, μόλις άναβε το κόκκινο φωτάκι η εκπομπή έβγαινε στον αέρα. Λάθος κάναμε, λάθος δεν κάναμε, ήμαστε έτοιμοι να περάσει στον αέρα.
            Παράλληλα όμως, εκτός από τη χορωδία που διατηρούσε κι έκανε αυτές τις εκπομπές, «Ελληνικοί αντίλαλοι» λεγόταν, σε ορισμένα απ’ τα παιδιά, όπως κι εγώ μαζί, μας έκανε χωριστά μουσική, βυζαντινή. Εκεί λοιπόν μας έδινε τα μαθήματα σε διάφορους ήχους και μετά από κάθε μάθημα εκκλησιαστικό, κάθε ύμνο στον τάδε ήχο, απαραίτητα μας έβαζε και δυο τρία τραγούδια του ίδιου ήχου που μας δίδασκε.
            Ο Καράς όταν ήταν η ώρα του μαθήματος ήταν τρομερά αυστηρός, τρομερά αυστηρός. Αλλά τις άλλες ώρες ήτανε μάλαμα, ήτανε πολύ τρυφερός, πολύ μαλακός, πολύ αστείος, έλεγε αστεία, γλεντζές... Αφού ήτανε Κατοχή, πείνα, και για να μας κρατήσει κοντά του εμάς τα παιδιά, που διψούσαμε κι εμείς και θέλαμε να γλεντήσουμε, τις Αποκριές οργάνωνε μέσα στο σύλλογο, είχε μια μεγάλη αίθουσα, και οργάνωνε γλέντια. Και τι... ο καθένας πήγαινε ό,τι είχε, άλλος λίγα φασόλια, άλλος λίγες ελιές, άλλος λίγο ψωμάκι αν βρισκότανε, άλλος λίγο κρασάκι. Και όμως με αυτήν τη μιζέρια, θα έλεγε κανείς, εκεί μέσα υπήρχε η ελληνική ψυχή, τραγουδούσαμε, χορεύαμε, λέγαμε τ’ αστεία μας.
            Έρευνα έκανε ο δάσκαλός μου, χωρίς μαγνητόφωνο, το καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε ότι η Ραδιοφωνία στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 1936 και από τα πρώτα στελέχη ήτανε και ο Σίμων Καράς, ο οποίος οργάνωσε το Τμήμα Δημοτικής Μουσικής, άρα ήταν υπάλληλος. Έτσι, όταν τουλάχιστον τον γνώρισα εγώ, τα καλοκαίρια που έπαιρνε την άδειά του, πήγαινε και όργωνε την Ελλάδα. Και θυμάμαι, όταν επέστρεφε απ’ το κάθε ταξίδι, έφερνε τα τραγούδια γραμμένα με το χέρι με βυζαντινή παρασημαντική και οι τσέπες του ήταν γεμάτες απολειφάδια, που λέμε, από τα μολύβια αυτά τα faber, τα ξύλινα. Και άδειαζε από τις τσέπες του κάθε φορά χούφτες τα μολυβάκια τα μικρά που μένανε.
            Τώρα καταλαβαίνω πόσο δύσκολο ήταν το έργο που έκανε ο δάσκαλός μου. Διότι βεβαίως πήγαινε, όπως κι εγώ αργότερα, σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας για να βρίσκεται πολύ κοντά στην αυθεντικότητα των τραγουδιών. Γιατί οι μεγάλοι άνθρωποι, οι μεγάλης ηλικίας δεν δέχονται να τους παραλλάξεις και να τους χαλάσεις τίποτα από τις συνήθειές τους, ούτε βεβαίως από το τραγούδι κι από το χορό. Διότι σου λέει, «εμείς έτσι το ξέρουμε, έτσι το μάθαμε»... Και πάρα πολύ καλά έκανε. Αλλά ένα τραγούδι για να το γράψεις με νότες την ώρα που τραγουδάει ο άλλος είναι πάρα πολύ δύσκολο πράγμα. Έπρεπε φράση φράση. Λοιπόν έλεγε μια φράση ο τραγουδιστής, η γυναίκα ή ο άντρας, έπρεπε να το επαναλάβουνε για να γράψει. Αλλά στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι εύκολο να πεις ακριβώς τις νότες. Ο τρόπος που τραγουδάνε όσοι δεν μπορούν να τραγουδήσουν σωστά δημοτικό τραγούδι, είναι να το απογυμνώνουν από τα τσαλίμια και το τραγουδάνε πολύ ξερά. Αυτό είναι πολύ απλό, γράφεις πολύ εύκολα τις νότες. Αλλά το να τραγουδήσει ο απλός ο άνθρωπος του λαού εκεί με τα τσαλίμια του, είναι πολύ δύσκολο να το γράψεις. Μάζευε λοιπόν αυτά τα τραγούδια, τα έφερνε στο Σύλλογο, μας τα δίδασκε και τότε κάναμε τις εκπομπές στο ραδιόφωνο.
 


(από τον διαδικτυακό τόπο: www.domnasamiou.gr)