[ 1918. Ανακωχή ]
Καρασούλη-Mαστορίδου Aνδρονίκη
Εκτύπωση
Ύστερα από δυο μήνες έγινε η ανακωχή. Ο Κυριάκος ζήτησε απ’ τον Μικέ Πεστιματζόγλου να του φέρη απ’ τα Κιουτάχεια εμπόρευμα και εκείνος του έδωσε χίλιες λίρες. Έμεινε ευχαριστημένος και τον ξανάστειλε άλλες δυο φορές. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος μαζύ του, που έλεγε: «Αυτό το παιδί εγώ, Σταμπόλ χαττινά τιρεκτόρ ετετζέϊμ». Είχαν τέτοια μεγάλη δουλειά στο Πόλατλι, στην Άγκυρα και στην Πόλη, που δικά τους βαγόνια είχαν στα Τραίνα. Στις παραμονές των Χριστουγέννων ο Κυριάκος πήρε γράμμα απ’ την μητέρα του που ’χε να τον δη τέσσαρα χρόνια και αποφάσισαν με τους γονείς μου να φύγη εκείνος πρώτα να κατεβάση την μητέρα του και την αδελφή του στην Σμύρνη, να ελευθερωθή ο πατέρας απ’ την εξορία του, να πάμε και εμείς, εφ’ όσον οι δύο θείοι μου ήσαν εκεί. Ο Κυριάκος είχε άλλα δυο αδέλφια μεγαλύτερά του. Τον ένα τον Ηλία· ενώ ήταν στρατιώτης, τον έδειραν και τον βασάνισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε ο Κυριάκος λιποτάκτισε απ’ το στρατό, τον κουβάλησε ημιθανή στην πλάτη του και τον πήγε στην Αττάλεια, μήπως προλάβει και τον σώσει. Ώρες ολόκληρες τον σήκωνε, από βουνό σε βουνό, από μονοπάτιν σε μονοπάτι και με τον φόβο του στρατοδικείου για την λιποταξία του. Τέλος έφθασε σ’ ένα Νοσοκομείο. Δυστυχώς όμως οι κόποι του πήγαν άδικα.
     Έμεινε στα χέρια των ιατρών. Ο άλλος πάλι αδελφός του ο Ευάγγελος, λιποτάκτησε απ’ τον τουρκικό στρατό με χίλια βάσανα. Έφθασε στο Τσεσμέ της Σμύρνης και νύχτα νύχτα έφθασε στο Ελληνικό στρατόπεδο. Ζήτησε και παρουσιάσθηκε στον Έλληνα Αξιωματικό, του είπε πού είναι αι δυνάμεις των τούρκων και τον παρώτρυνε να επιτεθούν αυτοί την νύχτα, γιατί οι τούρκοι ετοιμάζονται τα ξημερώματα να τους επιτεθούν. Εκείνος δεν τον πίστεψε. Η νεανική του ορμή και ο πόθος της εκδίκησης για τον αδελφό του τον έκαμαν έξαλλο. Αρπάζει το όπλο ενός στρατιώτου απ’ τα χέρια του και φωνάζει: «Όποιος αγαπά βρε παιδιά την μάννα Ελλάδα ας έλθη μαζύ μου» και τρέχει μπροστά. Τότε ο αξιωματικός δίνει την διαταγή της επιθέσεως. Ήταν, λένε, τόση η γενναιότης του, που σε μια στιγμή φώναξε ο Έλλην Αξιωματικός «βρε παιδί, σαν δεν λυπάσαι τα νειάτα σου, λυπήσου την μάννα σου». Αφού έκαναν έναν επιτυχή αιφνιδιασμό και κατέστρεψαν τις Τουρκικές δυνάμεις που ήσαν εκεί, μπήκαν θριαμβευταί στη Χίο. Τον Ευάγγελο τον σήκωσαν στα χέρια, και δύο αδέλφια που πολέμησαν μαζύ του τον φιλοξένησαν σπίτι τους και την μοναδική αδελφή τους την Ανέζα του την έδωσαν για γυναίκα του. Οι Τούρκοι όμως τον αποκήρυξαν. Αυτά βέβαια πριν έλθη ο Κυριάκος στην Άγκυρα. Την ώρα που έφευγε ο Κυριάκος μόλις σφύριξε το Τραίνο ακούσαμε τον πατέρα, που ήταν και εκείνος μαζί μας εκείνες τις μέρες, να φωνάζη «για όνομα του Θεού, το παιδί, το παιδί μου, τρέξτε», πρώτος εκείνος το είχε αντιληφθή. Βλέπουμε τον Μιχάλη, τον αδελφό μου, μόλις δέκα χρονών τότε, να τρέχη μ’ όλες τις δυνάμεις του στο πλάι του τραίνου σαν να θέλη να το προφθάση. Τρέχουν πολλοί ξένοι και γνωστοί, όλοι παρακολουθούμε την γραμμή του τραίνου, το τραίνο βγαίνει στην πεδιάδα, αλλά το παιδί, παράξενο, δεν φαινόταν πουθενά. Όλην την περιοχή έψαξαν επί δύο ώρες, τίποτα, κανένα ίχνος δεν φαινόταν. Υποθέσαμε μήπως ο Κυριάκος τον αντελήφθη και τον πήρε μαζύ του, αλλοιώς δεν εξηγείτο η εξαφάνισίς του. Τον γαμπρό του τον λάτρευε και τον είχε παρακαλέσει επανειλημμένως να τον πάρη μαζύ του. Τι να υποθέσουμε; Ο πατέρας παρακάλεσε θερμά τον σταθμάρχη να ειδοποιήσουν στον επόμενο σταθμό, να τον κρατήσουν αν φθάση εκεί και να τον στείλουν, αν είναι δυνατόν, πίσω. Ο Σταθμάρχης εδέχθη ευχαρίστως να μας βοηθήση και γυρίσαμε σπίτι καταστεναχωρημένοι.
     Μετά τα μεσάνυχτα, κτύπησε η εξώπορτα. Όταν άνοιξε ο πατέρας, μπήκε ένας μικρόσωμος άνθρωπος, ήταν Εβραίος, ο πατέρας τον γνώριζε. «Τι θέλεις Γιουσούφ τέτοια ώρα εδώ;» του είπε. Τον πήρε παράμερα και μίλησαν αρκετή ώρα μαζύ και μας είπε ο πατέρας πως θα πάη με τον Γιουσούφ προς τον δεύτερο σταθμό να φέρη το παιδί και να μην ανησυχούμε. Είχαμε τότε ανακωχή, άμεσος φόβος για σφαγή δεν υπήρχε, αλλά ξέρεις τι γίνεται; μέσα στη νύχτα, στα βουνά; ήταν μαθημένος από άλλοτε, ήταν πάντα οπλισμένος στα ταξίδια, τώρα όμως όχι. Θεέ μου, τι κινδύνους θα διατρέξη; δεν κοιμηθήκαμε καθόλου. Όταν ξημέρωσε, περιμέναμε τι άραγε θα ακούσουμε. Προς το απόγευμα ακούμε κάποια φασαρία στην εξώπορτα. Τρέχουμε και βλέπουμε τον κ. Καφαντάρη, φίλο του Κυριάκου, να κρατάη τον Μιχάλη στην αγκαλιά του και εκείνος να προσπαθή να του φύγη. Φοβόταν μην τον δείρουνε. Τέλος πάντων ήλθε ο ένας. Ο άλλος; τι απέγινε; Η αγωνία μας δεν τέλειωσε. Ο κ. Καφαντάρης είπε πως ένας άνθρωπος του σταθμού ρωτούσε πού είναι το σπίτι του παιδιού για να τον παραδώση και όταν είπε πως είναι συγγενικό του, του τον παρέδωσε και έτσι τον έφερε και του κόλλησε τον τίτλο του Σιτζάν κιογιού Μουτουρού.
     Νύχτωσε, ο πατέρας δεν φάνηκε. Ξημερώσαμε όρθιοι. Τα ξημερώματα ήλθε δόξα τω Θεώ. Δεν μας είπε λεπτομέρειες ή την αλήθεια όταν έφευγε για να μην ταραχθούμε περισσότερο. Ο Εβραίος είπε στον πατέρα πως ερχόταν με εμπόρευμα, όταν συνάντησε στο δρόμο του Σιτζάν κιουγιού έναν τούρκο με το αμάξι του που ήταν ξακουστός για την βαρβαρότητά του. Είδε το παιδί στο αμάξι και τον πλησίασε και τον ρώτησε: «πού ψάρεψες το παιδί αυτό;» Ήταν ντυμένος σαν εγγλεζάκι· καπελάκι, κοστούμι. Ο Κυριάκος τον είχε ντύσει έτσι. Ο τούρκος του είπε πως οι γονείς του ήσαν στο τραίνο και αυτός δεν πρόλαβε, τον ηύρα να τρέχη και τον πήρα να τον παραδώσω στο σταθμό, δήθεν. Όταν ο Εβραίος ρώτησε πώς το λένε το παιδί και έμαθε πως λέγεται Καρασούλ και μάλιστα του Κλήμη που τον γνώριζε πολύ καλά από το εμπόριο των μαλλιών –ήταν μεσίτης ο Εβραίος– είπε του τούρκου: «Πρόσεξε, καϋμένε, το παιδί αυτό ανήκει σε μια μεγάλη φαμίλια, μην θες να παίξης κανένα άσχημο παιχνίδι, γιατί θα βρης τον μπελά σου».
     Όταν έφθασε στην Άγκυρα, ο Γιουσούφ γύρεψε να μάθη αν αληθινά έφυγε από την Άγκυρα η οικογένεια αυτή, και όταν έμαθε πως έχει χαθεί το παιδί, ήλθε ο άνθρωπος στις δυο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα και μας ειδοποίησε. Χωρίς να μας πη ο πατέρας τίποτε, νοίκιασε ένα άλογο από ένα χάνι και μόνος του πήρε τον δρόμο του Σιτζάν Κιουγιού, να βρη το παιδί. Εν τω μεταξύ το αμάξι του τούρκου προχωρούσε με τον Μιχάλη. Αυτός ήταν στεναχωρημένος και μουρμούριζε, μας είπε αργότερα ο μικρός και όταν έφθασαν έξω απ’ τον σταθμό σταμάτησε το αμάξι και είπε: «εν αραπατάν σεϊτάν ζοτζούκ πασιμή πελαγιά κόγμα κιτ πουρτάν»1 και τον άφησε και έφυγε. Ο μικρός τριγυρνούσε εδώ κι εκεί και δεν ήξερε τι να κάνη, όταν ο σταθμάρχης με την γυναίκα του τον βλέπουν και τον ρωτούν, ποιος είναι και τι θέλει. Τους είπε το ίδιο παραμύθι, όπως και στον αμαξά, αλλ’ ο σταθμάρχης ήταν ειδοποιημένος απ’ τον Σταθμό Αγκύρας. Τον πήρανε μαζύ τους, την νύχτα, κοιμήθηκε στο δωμάτιό τους, τον περιποιήθηκαν και την άλλη μέρα τον έστειλαν πίσω και μόλις ξεκίνησε το τραίνο του, έφθασε και ο πατέρας μου στον Σταθμό. Τον βεβαίωσαν πως μόλις τον έστειλαν και γύρισε και εκείνος και έτσι, δόξα τω Θεώ, πέρασε και αυτό το επεισόδιο.
 
Επί δύο χρόνια οι Άγγλοι ήσαν στην Άγκυρα. Οι τούρκοι από το 1914 είχαν επιτάξει πολλά ακίνητα των Χριστιανών, όπως τα αμπέλια μας, τα σχολεία κ.τ.λ. Όταν ήλθαν οι Άγγλοι πολλοί πήγαν και έκαμαν παράπονα γι’ αυτό στους Άγγλους. Αυτοί έβαλαν επιτροπή, να γράψουν οι Χριστιανοί τις ζημίες τους, εν τω μεταξύ έστειλαν Άγγλους στρατιώτες, τους πέταξαν τους τούρκους στο δρόμο και επέστρεψαν τα κτήματα στους Χριστιανούς. Αρκετά τέτοια σημειώθηκαν. Μετά δύο χρόνια αφού έδωσαν κάποιο θάρρος στους Χριστιανούς, άλλος τους έκαμνε τραπέζι, άλλος φερόταν φιλικά. Ένα πρωί ούτε ένα τσαρούχι Εγγλέζικο δεν βρέθηκε. Αθόρυβα την νύχτα έφυγαν όλοι, χωρίς τουλάχιστον να ειδοποιήσουν αυτούς που θα κινδύνευαν. Η οργή των τούρκων ξέσπασε επάνω μας. Έλα δω, εσύ· κάνεις τραπέζι στους Εγγλέζους ε; άλλους εξόρισαν, άλλους φυλάκησαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Δημητρός Καρακάς, ξάδελφος του Πατέρα.
     Τους πήγαν τέσσερις φορές με τα πόδια στο Σιβάζ και τέσσερις φορές τους γύρισαν πίσω. Όταν τους κλείσανε στις φυλακές έβαζαν τα πόδια τους στο κρύο νερό ως το γόνατο, νύχτα και ημέρα. Ο Δημητρός όταν γλύτωσε με την ανταλλαγή, περπατούσε με δεκανίκια ως το τέλος της ζωής του, τέτοιο παληκάρι. Ο Συμεών Λαζαρίδης υπάλληλος Τραπέζης (Μπάγκα Οττομάν) όταν γύρισε είχε καταντήσει νευρασθενικός από τα βάσανα. Ο ιατρός Αλευρίδης, που του χρωστώ την ζωή μου, καταδικάσθηκε και φυλακίσθηκε, γιατί περιποιήθηκε Άγγλους. Αν δεν ήταν η πεθερά του, θα τον σκότωναν. Η γυναίκα του ήταν Ιταλίδα, η κ. Ορτάνς, μια έκτακτη κοπέλλα. Κατορθώνει η πεθερά του – το όνομά της λυπάμαι που μου διαφεύγει και βγάζει διαβατήριο μέσον της Ιταλικής Πρεσβείας, εφοδιάζεται με τούρκικο πασαπόρτ, και πάει τη νύχτα να επισκεφθή τον γαμπρό της. Μπαίνει στη φυλακή και λέει στον ιατρό, γρήγορα γιατρέ, γδύσου, φόρεσε τα ρούχα μου, το αμάξι μου περιμένει έξω, τα χαρτιά σου και ό,τι σου χρειάζεται τα έχω μέσα στη τσάντα. Φύγε, όχι στο σπίτι, στον σταθμό, για μέναν μην νοιάζεσαι, είμαι Ιταλίδα δεν μπορούν να μου κάνουν τίποτα. Έτσι όταν ήλθε ο φύλακας να την πάρη, πήρε τον γιατρό, αντί την πεθερά. Ο Γιατρός μπαίνει στο αμάξι και ολόισα στο σταθμό. Παίρνει το τραίνο για την Πόλη, στο δρόμο σε κάθε έλεγχο και κάθε που άνοιγε η πόρτα –έλεγε αργότερα που ανταμώσαμε στο Κουκάκι, όπου έμενε– ενόμιζα πως θα φωνάξουν ο γιατρός Αλευρίδης; ο γιατρός Αλευρίδης; μέχρι να φθάσω στο Χαϊτάρ Πασσά κόντεψα να τρελλαθώ. Οι τούρκοι όταν πήγαν ξημερώματα να τον παραλάβουν, για να τον εκτελέσουν, βρέθηκαν μπροστά στην γυναίκα. Αναστατώθηκε η Άγκυρα, οι Χριστιανοί χαρήκαμε, προπαντός εγώ που του χρώσταγα τη ζωή μου. Έψαξαν όλα τα σπίτια με λύσσα να τον βρουν. Στην πεθερά δεν μπόρεσαν να κάνουν κακό, γιατί τα είχαν καλά με τους Ιταλούς και ύστερα από λίγες μέρες την άφησαν ελεύθερη.
 
Πριν από το β΄ πόλεμο πολλές φορές πήγα στο σπίτι του γιατρού. Είχε μια κόρη και έναν γυιό· ήταν τόσο καλός και σαν επιστήμων και σαν άνθρωπος, ώστε όταν ήθελε ν’ αλλάξη σπίτι, οι πελάτες του, έπεσαν μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου του, και δεν τον άφηναν να φύγη. Προ παντός οι Αρμεναίοι. Μια μέρα που με κράτησαν για το τραπέζι, ήλθε μια άρρωστη. Όχι μόνον σηκώθηκε να την εξετάση, αλλά έδωσε και τα λεφτά για τα φάρμακά της, λέγοντας: Δεν έχεις λεφτά, το ξέρω, δεν θα πάρης τα φάρμακα και δεν θα γίνης καλά, σου τα δίνω εγώ με την εντολή να πάρης τα φάρμακά σου πριν απ’ όλα. Πώς να αφήσουν τέτοιον Γιατρό;
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
 
1. Κατέβα από το αμάξι διαβολόπαιδο, μη βάζεις το κεφάλι σου σε μπελά, φύγε.

(από το βιβλίο: Aνδρονίκη Kαρασούλη-Mαστορίδου, Aναμνήσεις από τη χαμένη μου πατρίδα [Η ζωή μου στην Άγκυρα], Aθήνα 1966)