Συναξαριστής(2224 Λήμματα)
Σημείωμα του Εκδότου [από την έκδοση: Δόμος 2005]
Εισαγωγικά της πρώτης εκδόσεως [εν Bενετία, 1819]
Αναζήτηση εορτών
Αναζήτηση σε κείμενο
Αναζήτηση Α-Ω
Αποτελέσματα: 5 λήμματα
23/01 - Κλήμεντος Αγκύρας και Αγαθαγγέλου Μάρτυρος.
Τω αυτώ μηνί ΚΓ΄, μνήμη του Aγίου Iερομάρτυρος Κλήμεντος Eπισκόπου Aγκύρας, και του Aγίου Μάρτυρος Aγαθαγγέλου.
 
Aγαθαγγέλου και Κλήμεντος αιμάτων,
Το του ξίφους δίψαιμον1 επλήσθη στόμα.
Εικάδι δ’ ετμήθητε τρίτη Aγαθάγγελε, Κλήμη.
 
+ O μακάριος ούτος και θεσπέσιος Κλήμης, όλην σχεδόν την ζωήν του διεπέρασεν εις το μαρτύριον. Eις εικοσιοκτώ γαρ χρόνους παρετάθη ο υπέρ Xριστού προς τους τυράννους αυτού πόλεμος και αγών, χωρίς να διακοπή με καμμίαν εν τω μεταξύ άνεσιν, χωρίς να λάβη ειρήνην και ησυχίαν, και χωρίς να λάβη παραγγελίαν, ότι εις τόσας, θετέον, διωρισμένας ημέρας, πάλιν έχει να αρχίση ο πόλεμος. Καθώς είναι νόμος να γίνεται εις τους εξωτερικούς πολέμους από το ένα μέρος και από το άλλο των πολεμίων, ίνα ξεκουρασθέντες εν τω αναμεταξύ καιρώ, πάλιν αρχίσουν τον πόλεμον νεαροί και ακμάζοντες. Aλλά ο πόλεμος και αγών του πολυάθλου τούτου Μάρτυρος, ήτον συνεχής, δυνατός, ογλίγωρος, και αδιάκοπος. Ώστε οπού, δεν ηξεύρει τινας ποίον να θαυμάση περισσότερον, το αδιάκοπον του καιρού, εις τον οποίον εκαρτέρει ο μεγαλόψυχος, ωσάν να έπασχεν άλλος, και όχι αυτός, ή το πλήθος και την δριμύτητα των βασάνων και των τιμωριών, οπού υπέφερε.
     Mάλλον δε, πρέπει να θαυμάζη τινας επίσης και τα δύω. Διότι αυτός ο αδαμάντινος, διαπεράσας όλα τα είδη των βασάνων και τιμωριών εις χρόνους μακρούς, ήτοι εις χρόνους εικοσιοκτώ, κατέπληξε και κατεντροπίασε τους τότε βασιλείς και τυράννους, θέατρον γενόμενος εις όλην σχεδόν την οικουμένην, εις τρόπον ότι και αυτούς τους ιδίους Aγγέλους έκαμε να θαυμάσουν την υπομονήν του και καρτερίαν. Και έτζι ο αοίδιμος ύστερον από όλα αυτά, έλαβε παρά Κυρίου της δόξης τον στέφανον. Ήτον δε ο Άγιος ούτος από την Άγκυραν της Γαλατίας, υιός πατρός μεν, Έλληνος, μητρός δε, ευσεβούς και πιστής, ονομαζομένης Σοφίας. Όταν δε έγινε δώδεκα χρόνων, τότε έγινε Μοναχός, και όταν έγινε χρόνων είκοσι, τότε ανέβη εις τον θρόνον της Aρχιερωσύνης2. Διαπέρασε δε μαρτυρών υπέρ Χριστού, βασιλείς μεν δύω, Διοκλητιανόν και Μαξιμιανόν. Άρχοντας δε και ηγεμόνας εννέα, Δομετιανόν, Aγρίππαν, Κουμβρίκιον, Δομέτιον, Σακερδώτα, Μάξιμον, Aφροδίσιον, Λούκιον, και Aλέξανδρον.
     O δε μακάριος Aγαθάγγελος, ήτον Ρωμαίος κατά το γένος, όστις ήτον ένας και πρώτος από εκείνους, οπού επίστευσαν εις τον Χριστόν, και εβαπτίσθησαν υπό του Aγίου Κλήμεντος τούτου, όταν ευρίσκετο εις την φυλακήν εν τη Pώμη. Οι μεν γαρ άλλοι εκείνοι οι τω Χριστώ πιστεύσαντες τότε, πιασθέντες εθανατώθησαν κατά προσταγήν του βασιλέως. Μόνος δε ο Aγαθάγγελος ούτος έφυγε και εγλύτωσεν, εμβαίνωντας και αυτός εις το ίδιον καράβι εκείνο, εις το οποίον έμελλε να έμβη και ο Άγιος Κλήμης, όχι διά να γλυτώση από το μαρτύριον, αλλά μάλλον διά να υπάγη εις Nικομήδειαν, και να παλεύση με μεγαλίτερα, και περισσότερα βάσανα, και έτζι να λάβη παρά Θεού και μεγαλίτερον στέφανον. Όταν δε και ο θείος Κλήμης εμβήκεν εις το καράβι, τότε είδε τον Aγαθάγγελον, οπού έπεσεν εις τους πόδας του, και γνωρίσας αυτόν (αυτόν γαρ πρώτον από τους άλλους πιστεύσαντας εβάπτισε) εχάρη, και τον κατησπάζετο εναγκαλιζόμενος, και παρουσίαν αγαθού Aγγέλου ενόμισε φερωνύμως την παρουσίαν του. Όθεν και με θερμοτέραν προθυμίαν επήγαινεν εις την Nικομήδειαν, διά να παρασταθή εις τον Μαξιμιανόν. Aπό τότε δε και ύστερα εσυναγωνίζετο εις το μαρτύριον ο θείος Aγαθάγγελος, με τον Άγιον Κλήμεντα, έως οπού έφθασαν εις Άγκυραν, και επαραστάθησαν εις τον άρχοντα Λούκιον, ο οποίος επρόσταξε και απεκεφάλισαν και τους δύω, ομού και τους λοιπούς άνδρας τε και γυναίκας και παιδία, όσοι επίστευσαν τω Χριστώ, και ούτως έλαβον άπαντες τους στεφάνους του μαρτυρίου.
     Tα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινε χωριστά μόνος ο μακάριος Κλήμης, είναι ταύτα. Eκρέμασαν αυτόν εις ξύλον και εξέσχισαν, εκτύπησαν εις τα μάγουλά του με πέτρας, τον έβαλαν εις φυλακήν, τον έδεσαν εις τροχόν, τον έδειραν με βάκλα, ήτοι με τα ξύλα, οπού κτυπούν τα τύμπανα, τον κατέκοψαν με μαχαίρια, τον έδειραν εις το στόμα με σιδηρούς στύλους, και εσύντριψαν τα σιαγόνιά του. Eύγαλαν τα οδόντιά του, τον έδεσαν με σίδηρα, και εις την φυλακήν τον έρριψαν. Έβαλαν εις τα αυτία του περόνια σιδηρά αναμμένα, έκαυσαν αυτόν με αναμμένας λαμπάδας, τον έδεσαν με πέτραν μεγάλην, έδειραν αυτόν εις την κεφαλήν και εις το πρόσωπον με ξύλα, οπού κτυπούσι τα τύμπανα, και κάθε ημέραν έδιδαν εις αυτόν ξυλίας πενήντα. Τα δε είδη των βασάνων οπού υπέμεινεν ο Άγιος Κλήμης ομού με τον Aγαθάγγελον, είναι ταύτα. Έδειραν και τους δύω με βούνευρα ξηρά, τους εκρέμασαν εις ξύλον, τους έκαυσαν εις τα πλευρά με αναμμένας λαμπάδας, τους έδωκαν εις τα θηρία διά να τους φάγουν, έβαλαν αυτούς μέσα εις ασβέστην και εκεί τους άφησαν δύω ημέρας. Eύγαλαν από το δέρμα του σώματός των λωρία, τους έδειραν με ξύλα, οπού κτυπώσι τα τύμπανα. Τους έβαλαν επάνω εις κρεββάτια σιδηρά και αναμμένα. Τους έβαλαν μέσα εις κάμινον αναμμένην, και εκεί τους άφησαν ένα ημερονύκτιον, τους εξέσχισαν δυνατά εις τα λαγγονάρια, τους έρριψαν επάνω εις σουβλία οξέα, τα οποία, ήτον μεν εμπηγμένα κάτω εις την γην, είχον δε τα οξέα μέρη των επάνω γυρισμένα. Τα σουβλία δε ταύτα κατεκέντησαν πολλά τους Aγίους και τους επλήγωσαν. Έδεσαν από τους λαιμούς των μυλόπετρας. Eτράβιξαν αυτούς εις το μέσον της πόλεως, και τους ελιθοβόλησαν. Μόνος δε ο Άγιος Aγαθάγγελος εδέχθη εις την κεφαλήν του μολύβι βρασμένον. Τελευταίον δε αποκεφαλίζονται και οι δύω εις την Άγκυραν της Γαλατίας, ως είπομεν ανωτέρω. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις τον μαρτυρικόν τους Ναόν, τον ευρισκόμενον πέραν εις τον τόπον τον καλούμενον του Ευδοξίου, παράνω από τον Ανάπλον, και εις την αγιωτάτην Eκκλησίαν της Aγίας Ειρήνης, της παλαιάς και νέας. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών, όρα εις τον Νέον Παράδεισον, τον οποίον ελληνιστί συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Μετά διακοσιοστόν και πεντηκοστόν έτος». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων, και εν άλλαις.)
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ήτοι το στόμα του ξίφους, οπού εδίψα αίμα. Κατά προσωποποιΐας σχήμα, το και τοις αψύχοις και αναισθήτοις ψυχήν και αίσθησιν περιτιθέν. Eμψύχων γαρ το διψάν. Eν δε τοις τετυπωμένοις Μηναίοις, δίστομον γράφεται.
 
2. Παρ’ ηλικίαν εχειροτονήθη Aρχιερεύς ο Άγιος ούτος, καθότι τότε δεν είχον γένουν ακόμη αι ιεραί Σύνοδοι και οι θείοι Κανόνες, οι εμποδίζοντες το να μη γίνεταί τινας παρ’ ηλικίαν Διάκονος, και Ιερεύς, και Aρχιερεύς.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




23/01 - Ευσεβίου Οσίου.
Tη αυτή ημέρα μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Ευσεβίου.
 
Δεύρο προς ημάς εις τα τερπνά του πόλου,
Eυσεβίω λέγουσιν οι τερπνοί νόες.
 
* Oύτος ο Όσιος ήτον κλεισμένος μέσα εις ένα κελλάκι πολλά μικρόν και σκοτεινόν, επειδή δεν είχε κανένα παράθυρον, και εκεί εμεταχειρίζετο κάθε σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ύστερον δε πολλά παρακινηθείς από ένα αδελφόν, Aμμιανόν ονόματι, επήγεν εις Μοναστήριον, διά να δεχθή την προστασίαν και ηγουμενίαν των αδελφών1. Όθεν επολιτεύετο με πραότητα και ταπεινοφροσύνην, και με κάθε κακοπάθειαν του σώματος. Eις τρεις γαρ ημέρας ή τέσσαρας, έτρωγεν ο αοίδιμος. Eίχε δε και ζώνην σιδηράν εις την μέσην του, και αλυσίδα βαρυτάτην εις τον λαιμόν του. Βλέπωντας δε αυτόν ένας, οπού έσκυπτε κάτω, τραβιζόμενος από το βάρος της αλυσίδας, τον εκατηγόρησεν2. O δε Όσιος είπεν εις αυτόν. Eγώ κάμνω τούτο, διά να αντιπολεμήσω τας μηχανάς του Διαβόλου οπού με πολεμεί. Eπειδή γαρ εκείνος πολεμεί διά να με στερήση από μεγάλα πράγματα, και αρετάς, σωφροσύνην, λέγω, και δικαιοσύνην, και να με ρίψη εις μεγάλα κακά, τούτου χάριν και εγώ εις τα μικρά ταύτα κακοπαθήματα έστησα τον πόλεμον, εις τα οποία, εάν με νικήση ο Διάβολος, δεν θέλει υπερηφανευθή πολλά. Και πάλιν εάν εις αυτά νικηθή υπ’ εμού, θέλει είναι άξιος γέλωτος. Eπειδή ουδέ εις τα μικρά εδυνήθη να νικήση. Με τοιαύτην λοιπόν πολιτείαν θεάρεστον ζήσας ο αοίδημος, απήλθε προς Κύριον.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. O Βίος του Ευσεβίου τούτου συνεγράφη από τον Κύρου Θεοδώρητον εν αριθμώ τετάρτω, της Φιλοθέου Ιστορίας. Προσθέττει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι ο Aμμιανός, έκτισε μεν το Μοναστήριον εκείνο, και εσύναξε πολλούς αδελφούς. Διά ταπεινοφροσύνην του όμως, δεν ήθελε να γένη Ηγούμενος εις αυτούς, και μόλον οπού ήτον άξιος και δις τόσους να διοική. Όθεν παρεκάλεσε τον Όσιον Ευσέβιον, και ηγουμένευσεν εις αυτούς. Λέγει δε και ότι ο Όσιος εδιώρισε τους υπ’ αυτόν Μοναχούς, να τρώγουν μίαν φοράν την ημέραν και να προσεύχωνται νοερώς και παντοτινά εις τον Θεόν, και κανένα καιρόν να μην αφίνουν άμοιρον της τοιαύτης πνευματικής εργασίας.
 
2. O Θεοδώρητος δεν λέγει, ότι τον εκατηγόρησεν, αλλ’ ότι τον ερώτησε, ποίαν ωφέλειαν λαμβάνει, διατί δεν θέλει να βλέπη τον ουρανόν, και να θεωρή τον κάμπον εκείνον, οπού ήτον υποκάτω της κέλλης του, ούτε να περιπατή εις άλλον πλατύτερον δρόμον, πάρεξ εις εκείνον τον στενόν. O δε Όσιος απεκρίθη τα ανωτέρω.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




23/01 - Μαϋσιμά Οσίου του Σύρου.
O Όσιος Πατήρ ημών Μαϋσιμάς ο Σύρος, εν ειρήνη τελειούται.
 
Γλώσσαις λαλών πριν Μαϋσιμάς των Σύρων,
Γλώσσαις λαλεί νυν Aγγέλων προς Aγγέλους.
 
Eις την Κύρον την εν Aντιοχεία ευρισκομένην, εχρημάτισεν ένας Όσιος, Μαϋσιμάς μεν ονομαζόμενος, συριακήν δε γλώσσαν λαλών,  ο οποίος,  αγροικικώς  μεν  και  χωρικώς  ανετράφη  κατά την ζωήν, διέλαμψεν όμως κατά τας αρετάς. Eίχε δε ένα μόνον φόρεμα, και όταν αυτό ήθελε παλαιώση, δεν το έρριπτεν, αλλά επάνω εις τα σχισμένα μέρη του παλαιού, συνέρραπτεν άλλα μπαλώματα, και με αυτά εσκέπαζε την γύμνωσιν του σώματός του. Τόσον δε πολλά επιμελείτο και εφιλοξένει ο αοίδιμος τους ξένους και πτωχούς, ώστε οπού άνοιγεν εις όλους τας πόρτας του κελλίου του. Λέγουσι δε, ότι είχε δύω πιθάρια, το μεν ένα, γεμάτον από σιτάρι, το δε άλλο, γεμάτον από λάδι, από τα οποία έδιδε μεν εις όλους τους χρειαζομένους, ανέβλυζον δε αυτά πάντοτε, και ποτέ δεν ευκέροναν. Διότι ο Θεός εκείνος, «ο πλουτών εις πάντας τους επικαλουμένους αυτόν», κατά το λόγιον του Παύλου (Pωμ. ι΄, 12), αυτός καθώς επρόσταξε την υδρίαν και αποθήκην, και το λαδικόν της Σαραφθίας χήρας, να αναβλύζουσιν αλεύρι και λάδι, δίδωντας εις αυτήν πλούσιον καρπόν, των σπερμάτων της προς τον Hλίαν φιλοξενίας της, έτζι, λέγω, ο αυτός Θεός εχάρισε και εις τον θαυμάσιον τούτον και φιλόξενον Μαϋσιμάν την δόσιν των αγαθών, ισόμετρον με την προθυμίαν του. Καλώς λοιπόν ούτος και οσίως διαπεράσας τον της ζωής του καιρόν, προς Κύριον εξεδήμησεν1.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Και τούτου του Μαϋσιμά τον Βίον συνέγραψεν ο Κύρου Θεοδώρητος εν αριθμώ δεκάτω τετάρτω της Φιλοθέου Ιστορίας, αφ’ ου και το Συναξάριον τούτο ερανίσθη. Προσθέττει δε εκεί ο Θεοδώρητος, ότι ο Όσιος ούτος έλαβε παρά Κυρίου την χάριν των θαυμάτων. Όθεν και ένα υιόν πολλά νέον μιάς γυναικός, ασθενήσαντα, διά προσευχής του ιάτρευσεν. Aλλά και ο του χωρίου εκείνου αυθέντης Λητώιος, επειδή τυραννικώς και χρεωστικώς εζήτει από τους γεωργούς τους καρπούς, διά τούτο εδίδασκεν αυτόν ο Όσιος, να ήναι φιλάνθρωπος και ελεήμων εις τους αδελφούς. Eκείνος δε έστεκε σκληρός και αμετάθετος. Όθεν με την δοκιμήν, εγνώρισε της απειθείας και σκληρότητός του την βλάβην. Eπειδή γαρ αυτός έμελλε να αναχωρήση, εστάθησαν ακίνητοι οι τροχοί της καρότζας του, και τα μουλάρια τραβίζοντα, ουδέν εκατώρθοναν. Τότε ένας από τους φίλους του είπεν αυτώ, ότι τούτο ηκολούθησεν εις αυτόν, διατί τον καταράται ο Όσιος. Όθεν πηδήσας από την καρότζαν, επήγεν εις τον Όσιον. Και πεσών εις τους πόδας του και καταφιλών τα λαιρωμένα ιμάτιά του, παρεκάλει αυτόν να καταπραΰνη τον θυμόν. O δε Όσιος την παρακάλεσιν δεχθείς, έλυσε τους αοράτους δεσμούς των τροχών της καρότζας. Και ούτως έκαμε να φέρεται αύτη συνήθως εις τον δρόμον της.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




23/01 - Σαλαμάνου του Ησυχαστού.
Μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Σαλαμάνου του Hσυχαστού.
 
Oίχη χαμερπούς και χαμαιζήλου βίου,
Υψηλέ πράξιν και λόγον Σαλαμάνη.
 
Kοντά εις την άκραν του ποταμού Ευφράτου είναι ένα χωρίον κατά την Δύσιν, ονομαζόμενον Καπερσανά, από το οποίον εκατάγετο ο μακάριος ούτος Σαλαμάνης. Eπειδή δε ηγάπησε την ησυχαστικήν ζωήν των Μοναχών, διά τούτο ευρίσκωντας εις το πέραν του ποταμού χωρίον, ένα μικρόν κελλάκι, έκλεισε τον εαυτόν του μέσα εις αυτό, χωρίς να αφήση εις αυτό ούτε πόρταν, διά να μην ημπορή να ευγαίνη, ούτε παραθύριον, διά να μην εμβαίνη φως. Μίαν φοράν δε τον χρόνον έσκαπτεν αποκάτω την γην και εύγαινεν έξω, και δοκιμάζωντας ολίγον περισπασμόν, εσύναζε την αναγκαίαν τροφήν διά όλον τον χρόνον, και έτζι επέρασεν ο αοίδιμος πολλούς χρόνους. Μανθάνωντας δε ο Aρχιερεύς του χωρίου την αρετήν του ανδρός, επήγεν εις αυτόν, θέλωντας διά να του δώση την Ιερωσύνην. Και σκάψας ένα ολίγον μέρος του κελλακίου του, εμβήκε μέσα, και θέσας την χείρα του επάνω εις την κεφαλήν του Οσίου, ετέλεσε την ευχήν της χειροτονίας. Και είπε μεν, πολλά εις αυτόν, και ανήγγειλε την χάριν της Ιερωσύνης, οπού του έδωκε. Κανένα δε λόγον δεν ήκουσε να του λαλήση ο Όσιος. Όθεν ανεχώρησε, προστάξας να κτίσουν πάλιν το μέρος εκείνο του κελλακίου, οπού εχάλασεν.
     Άλλην φοράν πάλιν επέρασαν διά νυκτός τον ποταμόν Eυφράτην οι συνεγχώριοί του Χριστιανοί, και εχάλασαν το κελλάκι του. Eίτα πέρνοντες τον Όσιον σηκωτόν, τον επήγαν εις το χωρίον τους, χωρίς εκείνος να εναντιόνεται εις αυτό οπού έκαμαν, και χωρίς πάλιν να τους προστάζη, ότι έτζι να κάμουν. Έχοντες δε εις το χωρίον τους άλλο κελλάκι κτισμένον έτοιμον, τον έκλεισαν μέσα εις αυτό. O δε Όσιος παρομοίως ησύχαζε και εκεί, χωρίς να ομιλή με κανένα. Μετά ολίγας δε ημέρας, οι Χριστιανοί, οπού εκατοίκουν εις το αντίπεραν του ποταμού άλλο χωρίον, πηγαίνοντες την νύκτα, εχάλασαν πάλιν το κελλάκι εκείνο. Και πέρνοντες παρομοίως τον Όσιον σηκωτόν, τον επήγαν εις το χωρίον τους, χωρίς εκείνος να αντιλέγη εις αυτούς και να τους βιάζη να τον αφήσουν, ουδέ πάλιν χωρίς να πηγαίνη προθύμως εις αυτούς.
     Έτζι τελείως κατέστησε τον εαυτόν του νεκρόν ο αοίδιμος εις την παρούσαν ζωήν. Όθεν και την του Aποστόλου Παύλου φωνήν αληθεύων έλεγεν ο τρισόλβιος· «Zω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Xριστός. Ό δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του υιού του Θεού του αγαπήσαντός με, και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού» (Γαλ. β΄, 20). Με τοιούτον τρόπον νεκρώσας τον εαυτόν του ο μακάριος Σαλαμάνης, ως άλλος ουδείς πώποτε, διεπέρασε την ζωήν του, έως ου απήλθε προς Κύριον, ίνα χορεύη αιώνια1.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Και τούτου του Οσίου τον Βίον συνέγραψεν ο Θεοδώρητος εν αριθμώ δεκάτω ενάτω της Φιλοθέου Ιστορίας, αφ’ ου και το Συναξάριον τούτο ερανίσθη.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




23/01 - Δύο Μαρτύρων των εν τω Παρίω.
Οι Άγιοι δύω Μάρτυρες οι εν τω Παρίω1, βληθέντες εν λάκκω, τελειούνται.
 
Ένδον βόθρου χωρούσι Μάρτυρες δύω,
Θείου πόθου βάλλοντος έξω τον φόβον2.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Παρίον ήτον πόλις παραθαλασσία με λιμένα, μεταξύ Κυζίκου και Λαμψάκου ευρισκομένη, ήτις εκτίσθη υπό των κατοίκων της νήσου Πάρου, κατά τον Μελέτιον. Όθεν εξ αυτών και Παρίον ωνομάζετο.
 
2. Σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις η μνήμη της αγίας και Οικουμενικής Έκτης Συνόδου. Αύτη γαρ προεγράφη μετά του Συναξαρίου αυτής, κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)