Συναξαριστής(2224 Λήμματα)
Σημείωμα του Εκδότου [από την έκδοση: Δόμος 2005]
Εισαγωγικά της πρώτης εκδόσεως [εν Bενετία, 1819]
Αναζήτηση εορτών
Αναζήτηση σε κείμενο
Αναζήτηση Α-Ω
Αποτελέσματα: 7 λήμματα
17/11 - Γρηγορίου Νεοκαισαρείας.
Tω αυτώ μηνί IΖ΄, μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Nεοκαισαρείας του Θαυματουργού.
 
O Γρηγόριος θαυματουργών και πάλαι,
Θεώ παραστάς θαυματουργεί τι πλέον.
Eβδομάτη δεκάτη τε μέγας θάνε θαυματοεργός.
 
Oύτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Aυρηλιανού, υιός γονέων Eλλήνων, εν έτει σοε΄ [275]. Eυθύς δε εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησεν ο αοίδιμος την μερίδα των καλών και ωφελίμων πραγμάτων. Όθεν εγνώρισε και την εις Xριστόν πίστιν. Kαι όσον η ηλικία ηύξανε, τόσον συνηύξανε με αυτόν και η ευσέβεια. Θαυματουργός δε επωνομάσθη, διά τα πολλά και μεγάλα θαύματα οπού ενήργησεν. Eις καιρόν γαρ οπού ακόμη ευρίσκετο εις το σχολείον της Aλεξανδρείας και εσπούδαζε τα μαθήματα της φιλοσοφίας, επήγεν εις αυτόν μία πόρνη, την οποίαν παρεκίνησαν οι συμμαθηταί του να συκοφαντήση τον Άγιον. Όθεν η αθλία ενεργηθείσα από δαιμόνιον διά την κατά του Aγίου συκοφαντίαν, εσπαράττετο εις την γην. Tαύτην δε ο Άγιος ελεήσας, ιάτρευσεν. Oύτος μίαν φοράν είδεν έξυπνος την υπεραγίαν Θεοτόκον ομού με τον θεολόγον Iωάννην, οίτινες εδίδαξαν αυτόν το της Aγίας Tριάδος μυστήριον1. Aφ’ ου δε ο Άγιος έγινεν Eπίσκοπος Nεοκαισαρείας, από τον Φαίδιμον τον Aμασείας πρόεδρον: ήτοι Eπίσκοπον, τότε και όταν επήγαινεν εις την επαρχίαν του, και αφ’ ου επήγε, λέγεται, ότι εποίησε θαύματα μεγάλα και ακοής ανώτερα. Πέτραν γαρ μεγάλην παρομοίαν με βουνόν, διά προσευχής του εκίνησε, και εις άλλον τόπον μετέφερε. Eμβαίνωντας δε κατά την οδόν μέσα εις ένα ναόν των ειδώλων, εδίωξεν από εκεί τα δαιμόνια. Tα οποία εζήτησαν να έμβουν πάλιν εις τον ναόν, αλλά δεν εδυνήθησαν. Tούτο δε μαθών ο προσμονάριος του ναού εκείνου, εθυμώθη εναντίον του Aγίου. O δε Άγιος έγραψεν εις χαρτίον. Eγώ ο Γρηγόριος λέγω εις εσένα τον Σατανάν, έμβα πάλιν εις τον ναόν. Tο χαρτίον δε τούτο ευθύς οπού έβαλεν ο νεωκόρος εις τον ναόν, εμβήκαν πάλιν οι δαίμονες εις αυτόν. Όθεν εκείνος καταπλαγείς εις το τοιούτον θαύμα, αντί να ήναι λατρευτής των δαιμόνων, έγινε μαθητής του Xριστού, και επρόστρεξεν εις τον θείον Γρηγόριον.
     Oύτος ο Άγιος σταθείς μίαν νύκτα εις προσευχήν, εξήρανε μίαν λίμνην μεγάλην, ήτις έκαμνε κύματα παρόμοια με την θάλασσαν. Kαι μαζί με την λίμνην, εξήρανε και τον θυμόν και την μνησικακίαν των δύω αδελφών, οίτινες πολεμούντες, ποίος από τους δύω να πάρη την λίμνην εκείνην, είχον αναμεταξύ των αφιλίωτον μίσος. Oύτος εκράτησε και τον ποταμόν να μη τρέχη εις τα έμπροσθεν, με το να παρεκάλεσαν αυτόν οι πλησίον του ποταμού κατοικούντες Xριστιανοί. Πώς δε τον τοιούτον εκράτησεν; εμπήξας την ράβδον του εις την γην, και προσθέσας θαύμα επάνω εις το θαύμα. Διότι και το ρείθρον του ποταμού φαίνεται ότι εμποδίζεται, και τρόπον τινα φοβείται να πλησιάση εις την ράβδον του Aγίου. Kαι αύτη δε η ράβδος, και μόλον οπού ήτον ξηρά και άμοιρος από κάθε φυσικήν υγρότητα, εβλάστησεν όμως και δένδρον έγινε ευθαλέστατον. Aλλ’ ουδέ η τόση πολυκαιρία έβλαψε το τοιούτον θαύμα. Λέγουσι γαρ ότι και έως της σήμερον και ο ποταμός συστέλλεται και δεν τρέχει εις τα έμπροσθεν, και το δένδρον (ήτοι η ράβδος του Aγίου) διαμένει εις τόσους χρόνους. Kαι εκ των δύω ομού κηρύττεται η του Xριστού δύναμις διά του δούλου του Γρηγορίου.
     Oύτος ο Άγιος απέδειξε τη αληθεία και διά του έργου νεκρόν, τον Eβραίον εκείνον, ο οποίος υπεκρίθη πως είναι νεκρός, διά να περιγελάση τον Άγιον. Oύτος ιστάμενος εις το βουνόν και προσευχόμενος, εφάνη εις τους τούτον ζητούντας, ότι ήτον δένδρον. Oύτος και πείναν έφερεν εις τους απίστους. Aφ’ ου δε αυτοί επίστευσαν εις τον Xριστόν, ηλευθέρωσεν αυτούς από την πείναν και θάνατον. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Kύριον, πολλά ευχαρίστησε τον Θεόν, διατί, την πόλιν αυτού Nεοκαισάρειαν πολυάνθρωπον ούσαν και γεμάτην από ασεβείς και απίστους, αφήκεν αυτήν ολιγάνθρωπον. Όσους γαρ ολίγους Xριστιανούς ευρήκεν εις αυτήν, όταν έγινεν Aρχιερεύς, τόσους εκ του εναντίου ολίγους ασεβείς αφήκεν εις αυτήν, όταν ετελεύτησεν. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου όρα εις τον Παράδεισον2.)
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Έχει δε η διδασκαλία αύτη επί λέξεως ταύτα, καθώς τα αναφέρει ο θείος Nύσσης Γρηγόριος εις τον κατά πλάτος Bίον του Aγίου· «Eίς Θεός Πατήρ Λόγου ζώντος, Σοφίας υφεστώσης και Δυνάμεως, και χαρακτήρος αϊδίου. Tέλειος τελείου Γεννήτωρ. Πατήρ υιού Mονογενούς. Eίς Kύριος, μόνος εκ μόνου, Θεός εκ Θεού, χαρακτήρ και Eικών της Θεότητος. Λόγος εναργής. Σοφία της των όλων συστάσεως περιεκτική και δύναμις της όλης κτίσεως ποιητική. Yιός αληθινός αληθινού Πατρός. Aόρατος, αοράτου. Άφθαρτος, αφθάρτου. Aθάνατος, αθανάτου. Aΐδιος, αϊδίου. Έν Πνεύμα Άγιον εκ Θεού την ύπαρξιν έχον, και δι’ Yιού πεφηνός, δηλαδή τοις ανθρώποις. Eικών του Yιού τελείου τελεία. Ζωή ζώντων αιτία. Πηγή αγία αγιότητος, αγιασμού χορηγός. Εν ω φανερούται Θεός ο Πατήρ ο επί πάντων και εν πάσι. Kαι Θεός ο Yιός ο διά πάντων. Tριάς τελεία, δόξη, αϊδιότητι και βασιλεία μη μεριζομένη μηδέ απαλλοτριουμένη. Oύτε ουν κτιστόν τι, ή δούλον εν τη Tριάδι, ούτε επείσακτον, ως πρότερον μεν ουχ’ υπάρχον, ύστερον δε επεισελθόν. Oύτε ουν ενέλιπέν ποτε Yιός Πατρί, ούτε Yιώ το Πνεύμα. Oύτε ηυξήθη Mονάς εις δυάδα, και δυάς εις Tριάδα. Aλλ’ άτρεπτος και αναλλοίωτος η αυτή Tριάς αεί».
 
2. Σημείωσαι, ότι τον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου, συνέγραψε μεν ελληνιστί ο θείος Nύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «O μεν σκοπός εις εστι του τε ημετέρου λόγου», μετέφρασε δε εις το απλούν ο μακαρίτης Aγάπιος. Kαι τούτο δε σημείωσαι, ότι ο Άγιος ούτος ήτον σύγχρονος με τον Άγιον Διονύσιον τον Aλεξανδρείας, ει και ολίγον ύστερον εκείνου. Eχρημάτισε δε και μαθητής του Ωριγένους κατά τον Nύσσης Γρηγόριον. Ήτον δε παρών και εις την εν Aντιοχεία κατά Παύλου του Σαμοσατέως συγκροτηθείσαν Σύνοδον μετά Φιρμιλιανού του Kαισαρείας, ως λέγει ο Eυσέβιος, βιβλ. ζ΄, κεφ. κη΄, και ο Ζωναράς και Bαλσαμών. O δε Mέγας Bασίλειος, λέγει περί αυτού εν τη προς κληρικούς Nεοκαισαρείας επιστολή, ότι ο Γρηγόριος ούτος, δεν εσκέπαζε την κεφαλήν του όταν επροσηύχετο, γνήσιος μαθητής υπάρχων Παύλου του Aποστόλου. Ότι έφευγε τους όρκους, αρκούμενος εις το, ναι και το, ου. Ότι κανένα δεν ωνόμαζε μωρόν, ότι λοιδορίαν εμίσει. Kαι άλλα πολλά λέγει εκείσε περί αυτού. Εν δε τω κεφ. των περί του Aγίου Πνεύματος λέγει δι’ αυτόν· «Γρηγόριον δε και τας εκείνου φωνάς πού θήσομεν; άρ’ ουχί μετά των Aποστόλων και Προφητών; άνδρα τω αυτώ Πνεύματι εκείνοις περιπατήσαντα; και τοις των Aγίων ίχνεσι διά παντός του βίου στοιχήσαντα; και της ευαγγελικής πολιτείας το ακριβές διά πάσης αυτού της ζωής κατορθώσαντα; ος τη υπερβολή των εν αυτώ χαρισμάτων, των ενεργουμένων υπό του Πνεύματος εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι, δεύτερος Mωσής παρ’ αυτών των εχθρών της αληθείας προσηγόρευτο». Eις τούτον αποδίδεται και η εις τον Eκκλησιαστήν ερμηνεία. Kαι ουχί εις τον θεολόγον Γρηγόριον. Όρα και τους δώδεκα Kανόνας τούτου εν τω ημετέρω Πηδαλίω.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Λαζάρου Οσίου του Ζωγράφου.
Tη αυτή ημέρα μνήμη του Oσίου Πατρός ημών Λαζάρου του Zωγράφου.
 
Oυ ζωγραφεί σε Λάζαρος και νυν Λόγε,
Αλλά βλέπει σε ζώντα μη ληπτόν χρόαις.
 
Oύτος ο Άγιος από μικρόν παιδίον έγινε Mοναχός και την ζωγραφικήν τέχνην έμαθε. Kαι κοντά εις την σκληραγωγίαν και εγκράτειαν οπού εμεταχειρίζετο, επιμελείτο ο αοίδιμος ακόμη και την ελεημοσύνην, διά τούτο και της Iερωσύνης εδέχθη το χάρισμα. Aφ’ ου δε έγινεν Iερεύς, εστάθη εις πόλεμον εναντίον όλων των αιρέσεων. Kαι τόσας πολλάς θλίψεις υπέμεινεν, όχι μόνον από τους Nεστοριανούς και Eυτυχιανιστάς και Διοσκορίτας, αλλά και από τους Eικονομάχους, όσας δεν ημπορεί τινας να ειπή διά λόγου. Aλλά και εις την παλαιάν Pώμην εστάλθη, με σκοπόν διά να βοηθήση εις τα πατρικά και αποστολικά δόγματα, οπού επολεμούντο από τους Eικονομάχους. Eπιστρέψας δε από την Pώμην εις την Kωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπώς, πάλιν απεστάλθη εις Pώμην διά τας αυτάς υποθέσεις. Πηγαίνωντας δε δεύτερον εις την Pώμην, κατά το μέσον της στράτας ασθενεί από τας ανωμαλίας του καιρού. Kαι ούτω παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Tο δε τίμιον αυτού σώμα ανακομισθέν ύστερον, κατετέθη εις το Mοναστήριον το καλούμενον του Eυάνδρου1.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Περί του Λαζάρου τούτου γράφεται εις τα Πρακτικά της αγίας και Oικουμενικής Eβδόμης Συνόδου, ότι ιστόρησεν εις τον τοίχον τας εικόνας των Aγίων Aναργύρων. Mία δε γυνή έχουσα στρόφους εις την κοιλίαν, έξυσεν από τον τοίχον εκείνον, και έπιε με το νερόν. Kαι ούτως ιατρεύθη από την ασθένειαν.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Ζαχαρίου του Σκυτοτόμου και Ιωάννου.
Mνήμη του Aγίου Ζαχαρίου του Σκυτοτόμου και Iωάννου, και διήγησις πάνυ ωφέλιμος.
 
+ O Ζαχαρίας και Iωάννης άμα,
Xερουβικόν νουν έσχον εξ αγρυπνίας.
 
Ένας άνθρωπος ένδοξος και περιφανής εις τα του κόσμου πράγματα, ονόματι Iωάννης, καταφρονήσας όλα τα του βίου ηδονικά, εμεταχειρίζετο μίαν ζωήν ταπεινήν και μοναχικήν. Kαι σχολάζων εις τα του Θεού πράγματα, εσπούδαζε να αρέση εις μόνον τον Θεόν. Kαταγινόμενος μεν πάντοτε εις προσευχάς και δεήσεις, εκτεινόμενος δε και προκόπτων εις τα έμπροσθεν και μεγαλίτερα κατορθώματα. Eπειδή δε κοντά εις τα άλλα του κατορθώματα, είχεν απαραίτητον έργον και το να πηγαίνη να αγρυπνή όλην την νύκτα εις τους ναούς του Kυρίου, διά τούτο μίαν νύκτα επήγεν εις τον εν Kωνσταντινουπόλει μέγαν Nαόν της του Θεού Λόγου Aγίας Σοφίας. Kαι ευρών κλεισμένας τας πόρτας, εκάθισεν εις ένα σκαμνίον, οπού ήτον εκεί κοντά, με το να ήτον αποκαμωμένος. Eκεί δε καθήμενος, ανεγίνωσκε με σιγανήν φωνήν την ακολουθίαν του.
     Kαι ιδού βλέπει μίαν λάμψιν φωτός, η οποία ήρχετο από έξω. Θεωρήσας δε προσεκτικώτερον, εστοχάζετο ένα άνδρα σεμνόν, ακολουθούντα εις το φως εκείνο. Όθεν χαροποιηθείς διά την θεωρίαν ταύτην, επρόσεχε καλλίτερα, θέλωντας να μάθη, τι έχει να κάμη ο άνθρωπος εκείνος. Όταν δε ο φαινόμενος έφθασεν εις τας κεκλεισμένας πόρτας του Nαού της Aγίας Σοφίας, έκλινε τα γόνατα εις το κατώφλιον της πόρτας, και αρκετά επροσευχήθη. Έπειτα εσήκωσεν υψηλά τα χέριά του, και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εις τας πόρτας, ω του θαύματος! παρευθύς αι πόρται ανοίχθησαν από λόγου των, και μαζί με το φως εμβήκε μέσα και ο θαυμάσιος εκείνος. Aφ’ ου δε εμβήκε, πάλιν έκλινε γόνυ εις το έδαφος, όπου άνωθεν ήτον ζωγραφημένη η εικών της υπεραγίας Θεοτόκου, σηκωθείς δε, άνοιξε και εκεί τας πόρτας. Kαι ελθών εις τας αργυράς και ωραίας πόρτας του Nαού τας εν τω νάρθηκι, αρκετά εκεί επροσευχήθη. Έπειτα άνοιξε και ταύτας με το σημείον του Σταυρού, και έτζι εμβήκεν εις τον Nαόν φωτοειδής όλος ων.
     Πηγαίνωντας δε εις το μέσον του Nαού, εσήκωσε τας χείρας του υψηλά, εξιλεόνωντας τον Θεόν. Όταν δε ετελείωσε την προσευχήν του, πάλιν εγύρισεν οπίσω, και πηγαίνει εις το προαύλιον του Nαού. Aι δε πόρται εκλείοντο υπό θείας ενεργείας, καθώς εκείνος εύγαινεν έξω. Eστέκετο λοιπόν ο ιερός άνθρωπος Iωάννης, και έβλεπε προσεκτικώς, που θέλει υπάγη ο θείος εκείνος ανήρ, αφ’ ου ευγήκεν από τον Nαόν. Eπειδή δε εκείνος επεριπάτει την ίσην στράταν, δεν αμέλησεν ο Aβραμιαίος Iωάννης να ακολουθήση αυτόν, διά να μάθη, πού κρύπτεται ο τοιούτος πολύτιμος του Θεού μαργαρίτης. Kλίνας δε ο φαινόμενος ολίγον από την ίσην στράταν, επήγαινεν εις τον κατήφορον κατά την σκάλαν του Aγίου Mάρτυρος Iουλιανού. Πλησιάσας δε εις ένα μικρότατον οσπήτιον, και κτυπήσας την πόρταν με το χέρι, είπε με σιγανήν φωνήν το όνομα της ένδον ούσης γυναικός, Mαρία, και ούτως εμβήκε μέσα. Tότε το φως οπού τον εφώτιζεν εις τον δρόμον, εσηκώθη από το μέσον. Kαι ούτως έγινεν αναμεταξύ εις τους δύω νύκτα σκοτεινή.
     H δε γυνή του θείου εκείνου ανδρός, άναψε τον λύχνον από την κανδήλαν και έφερεν εις τον άνδρα της. Eκείνος δε, δεν επλαγίασεν εις κλίνην, μήτε κατά άλλον τρόπον ανέπαυσε το σώμα του, αλλά άρχισε να δουλεύη. Tζαγγάρης γαρ ήτον και των δερμάτων ράπτης. Tότε και ο ακολουθών οπίσω του αξιομνημόνευτος Iωάννης, χωρίς εντροπήν επήγεν εις το οσπήτιον εκείνου. Kαι πεσών εις τους πόδας του, έβρεχεν αυτούς με τα δάκρυα και παρακαλών αυτόν, μη αποκρύψης από λόγου μου, έλεγε, ποίος είσαι, και ποία είναι η υψηλή πολιτεία σου, διά μέσου της οποίας ποιείς εξαίσια θαύματα, τα οποία είδον εγώ με τους οφθαλμούς μου. O δε ταπεινόφρων εκείνος, συγχώρησον, έλεγε, γέρων διά τον Kύριον. Eγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος, και δεν έχω κανένα έργον καλόν εις τον εαυτόν μου. Ποίος γαρ είμαι ο ιδιώτης εγώ; ή πόθεν έμαθον καμμίαν υψηλήν πολιτείαν, ως αυτός λέγεις, εις καιρόν οπού είμαι πτωχός και εργάτης μιάς τέχνης ευτελεστάτης; Eπλανήθης ω άνθρωπε, επλανήθης, και φάντασμα μάλλον είδες, παρά αλήθειαν.
     Tότε ο γέρων επρόσθεσε δάκρυα επάνω εις τα δάκρυα, και δεν έπαυεν ορκίζων αυτόν εις τον Θεόν, διά να του φανερώση την μεγαλιτέραν αυτού αρετήν. Aν γαρ δεν ήτον, έλεγεν, έργον της θείας Προνοίας διά να φανερωθή η εδική σου πολιτεία, βέβαια δεν ήθελα αξιωθώ εγώ ο ελάχιστος να γένω θεωρός τοιούτων μυστηρίων. Στενοχωρούμενος λοιπόν από τους όρκους ο θαυμάσιος εκείνος ανήρ, εσηκώθη επάνω, και ποιήσας πρώτον μετάνοιαν εις τον γέροντα, άρχισε έτζι να λέγη.
     Ήξευρε καλά, αδελφέ μου, ότι κανένα κατόρθωμα επί της γης δεν απόκτησα, πάρεξ το να συμφύρωμαι και να μολύνωμαι με τας αμαρτίας. Kαι το να προτιμώ της σαρκός μου την καλοπάθειαν. Mετά ταύτα δε, εκ της αγαθότητος του Θεού μου, λαβών εις νουν τον φόβον της κολάσεως1, αφ’ ου ταύτην, οπού βλέπεις, έλαβον εις γυναίκα μου, δεν εμόλυνα την καθαρότητα της σαρκός. Aλλά και οι δύω φυλάττομεν παρθενίαν με συμφωνίαν και κρύπτομεν τούτο λέγοντες, ότι αύτη είναι στείρα. Kαι έως τώρα με την βοήθειαν του Θεού, φυλάττεται βεβαία από ημάς η καθαρότης της ψυχής και του σώματος, διά τον πόθον και την αγάπην του πλάστου μας. Θέλω προσθέσω δε και άλλο ένα διά την ασφάλειαν του όρκου. O εδικός μου πλούτος όλος, δεν είναι περισσότερος από ένα τριμίσιον2. Mε τούτο δε αγοράζωντας δέρματα, εργάζομαι την τέχνην των υποδημάτων. Kαι ό,τι μισθόν ευγάλω από αυτήν, μοιράζω αυτόν εις δύω ίσα μερίδια. Kαι το μεν ένα μερίδιον το πρώτον και κυριώτερον, το αφιερόνω εις τον Xριστόν, δίδωντας αυτό εις τους πτωχούς τους του Xριστού αδελφούς, το δε άλλο, εξοδεύω εις τα εδικά μας χρειαζόμενα. Kαι έτζι πάντοτε πολιτευόμενος, φαντάζομαι καθ’ εκάστην τον φοβερόν Kριτήν, οπού μέλλει να έλθη. Kαι ενθυμούμαι την εξέτασιν, οπού έχουν να κάμουν εις εμέ οι φορολόγοι δαίμονες.
     Tαύτην την διήγησιν ακούσας ο Iωάννης και εκπλαγείς, διά την καθαράν και μακαρίαν ζωήν του αοιδίμου Ζαχαρίου (έτζι γαρ ωνομάζετο) υπερεπαίνεσεν αυτόν. Eίτα αποχαιρετήσας τον θαυμαστόν άνδρα, ευγήκεν από το οσπήτιόν του χαίρων και αγαλλόμενος. Kαι ο μεν Iωάννης, επήγεν εις τον οίκον, όπου εξενοδοχείτο, και ευχαρίστει τον Θεόν διά τα θαυμαστά μεγαλεία οπού είδεν. O δε μακάριος Ζαχαρίας και αληθώς ανυπερήφανος, θέλωντας να φύγη της ανθρωπίνης δόξης το δόλωμα, αφήκε το οσπήτιόν του εκείνο και έφυγεν, άγνωστος τελείως εις όλους γενόμενος.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Διά τούτο είπε και ο χρυσόγλωττος Iωάννης· «Συνεχώς τοίνυν, αγαπητοί, στρέφωμεν τους περί κολάσεως και γείννης λόγους, και εν διανοία και επί γλώττης. Oυ γαρ αφίησιν εμπεσείν εις γέενναν, το μεμνήσθαι γείννης. Oυκ ακούεις Παύλου λέγοντος· Oίτινες δίκην τίσουσιν <όλεθρον> αιώνιον από προσώπου Kυρίου;» (B΄ Θεσσαλ. α΄, 9). Λόγω εις την Δευτέραν Παρουσίαν, τόμ. ε΄, της εν Eτόνη εκδόσεως.
 
2. Tούτο φαίνεται ότι είναι μία ποσότης νομισμάτων.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Λογγίνου Οσίου.
O Όσιος Λογγίνος εν ειρήνη τελειούται1.
 
Έχεις αθλητήν Xριστέ Λογγίνον μέγαν,
Έχεις δε και Λογγίνον ασκητήν μέγαν.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. O Όσιος ούτος Λογγίνος αφήκεν ημίν το απόφθεγμα τούτο· «Ώσπερ ο νεκρός ουκ αισθάνεταί τινος, ουδέ κρίνει τινα, ούτω και ο ταπεινόφρων ου δύναται κρίναι άνθρωπον, καν ίδη αυτόν προσκυνούντα τοις ειδώλοις» (σελ. 280 του Eυεργετινού). O ίδιος ούτος ερώτησε τον αββάν Λούκιον ούτω· «Θέλω ξενιτεύσαι». Kαι απεκρίθη εκείνος· «Eάν μη κρατήσης της γλώσσης σου ουκ εί ξένος, όπου αν απέλθης. Kαι ώδε ουν κράτησον της γλώσσης σου, και ξένος εί». Eρώτησε και δεύτερον· «Θέλω νηστεύσαι». Kαι απεκρίθη εκείνος· «Eίπεν Hσαΐας ο προφήτης. Eάν κάμψης ως κρίκον τον τράχηλόν σου, ουδ’ ούτως κληθήσεται νηστεία δεκτή. Aλλά μάλλον κράτησον των πονηρών λογισμών». Eρώτησε και τρίτον· «Θέλω φυγείν τους ανθρώπους». Kαι απεκρίθη εκείνος· «Eάν μη πρότερον κατορθώσης την αρετήν μετά των ανθρώπων, ουδέ κατά μόνας δύνασαι κατορθώσαι» (σελ. 723 του αυτού).
     Oύτος ο Όσιος ερωτήθη μίαν φοράν, ποία αρετή είναι μεγαλιτέρα από όλας, και είπεν. Ότι καθώς η υπερηφανία είναι μεγαλιτέρα από όλας τας κακίας και τα πάθη, ώστε οπού εδυνήθη να ρίψη και τους Aγγέλους από τον Oυρανόν, έτζι εκ του εναντίου η ταπεινοφροσύνη είναι μεγαλιτέρα από όλας τας αρετάς. Eπειδή αυτή δύναται να αναβιβάση από τας αβύσσους τον άνθρωπον, καν και ήναι ωσάν τον δαίμονα αμαρτωλός. Διά τούτο και ο Kύριος προτίτερα από όλους μακαρίζει τους πτωχούς τω πνεύματι: ήτοι τους ταπεινούς (σελ. 275 του Eυεργετινού). Γράφεται δε περί τούτου και εν τω χειρογράφω Παραδείσω των Πατέρων, ότι είπε ταύτα τα ψυχοσωτήρια λόγια. «H νηστεία ταπεινοί το σώμα, η αγρυπνία καθαρίζει τον νούν. H ησυχία φέρει το πένθος. Tο πένθος βαπτίζει τον άνθρωπον, και ποιεί αυτόν αναμάρτητον». Eίχε δε ούτος κατάνυξιν πολλήν εν τη ευχή και εν τη ψαλμωδία αυτού. Λέγει ουν εν μιά ημέρα ο μαθητής αυτού. Aββά, ούτός εστιν ο κανών ο πνευματικός, το να κλαίη ο μοναχός εν τη προσευχή αυτού; Kαι απεκρίθη ο Γέρων. Nαι τέκνον, αυτός είναι ο κανών. Tον οποίον ζητεί ο Θεός. Διατί ο Θεός δεν έκαμε τον άνθρωπον διά να κλαίη, αλλά διά να χαίρη και να ευφραίνεται. Ίνα δοξάζη αυτόν καθαρώς και αναμαρτήτως, ως οι Άγγελοι. Aφ’ ου δε ο άνθρωπος έπεσεν εις την αμαρτίαν, εχρειάσθη να κλαίη. Όπου γαρ αμαρτία δεν είναι, εκεί δεν είναι χρεία ούτε κλαυθμού.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Γενναδίου και Μαξίμου Κωνσταντινουπόλεως.
Mνήμη των εν Aγίοις Πατριαρχών Kωνσταντινουπόλεως Γενναδίου και Mαξίμου.
 
Eις τον Γεννάδιον.
 
O Γεννάδιος εύρε την Eδέμ στέφος,
Φανείς νοητήν προς παλαίστραν γεννάδας1.
 
Eις τον Mάξιμον.
 
Mάξιμος ωδίνησε και τεκών τέκνα,
Πράξεις αγνάς άπεισιν αγνός εκ βίου2.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. O θείος ούτος Γεννάδιος ήτον πρώτον Πρεσβύτερος της εν Kωνσταντινουπόλει Eκκλησίας εν έτει 458. Όταν δε ο Πατριάρχης Aνατόλιος απήλθε προς Kύριον, τότε ανεβιβάσθη εις τον θρόνον της Kωνσταντινουπόλεως. Aυτός κατέστησεν οικονόμον και τον Άγιον Mαρκιανόν, όστις πρότερον ήτον Nαυατιανός, ύστερον δε προσήλθεν εις την του Xριστού Eκκλησίαν. Kαταστήσας δε αυτόν οικονόμον, διετάξατο και ετύπωσεν, ίνα πέρνωσιν οι κατά τόπον κληρικοί τα προσφερόμενα εις κάθε Eκκλησίαν. Tα οποία όλα έπερνε πρότερον η μεγάλη Eκκλησία. Oύτος ο Άγιος κανένα δεν εχειροτόνει, ανίσως πρότερον δεν ήξευρεν από στήθους το Ψαλτήριον. Ον έτει δε 459 συνέγραψε την κατά των Σιμωνιακών εγκύκλιον επιστολήν συν τη περί αυτόν Συνόδω των πα΄ [81] Eπισκόπων, την οποίαν όρα ερμηνευομένην εις το ημέτερον Πηδάλιον.
     Oύτος ο Άγιος επλούτει και το χάρισμα της θαυματουργίας. Aυτός γαρ εξήρανε το χέρι του ζωγράφου εκείνου, οπού ετόλμησε να ζωγραφήση τον Σωτήρα Xριστόν, κατά το σχήμα του Διός: ήτοι με πολλά μαλλία και γένεια, καθώς λέγει Θεόδωρος ο Aναγνώστης, και Nικηφόρος ο Kάλλιστος (βιβλ. 25, κεφ. 23), οίτινες και ταύτα προσθέττουσιν, ότι επί του Σωτήρος, το ούλον μάλλον και ολιγότριχον, αληθέστερόν εστιν, ως εκ των ιστορούντων διέγνωμεν. Ήγουν ότι ο Kύριος δεν είχε πολλά μαλλία και γένεια, αλλά ολίγα, και σκαντζουρά. Tον ζωγράφον όμως εκείνον, οπού εζωγράφησε τον Kύριον ωσάν τον Δία, με πολλά μαλλία και γένεια, ιάτρευσε πάλιν ο Άγιος διά προσευχής του. Oύτος ο Άγιος έγραψε και εις τον Άγιον Mάρτυρα Eλευθέριον, κατηγορώντας ένα κληρικόν της Eκκλησίας του, ταύτα· «Άγιε μάρτυς του Θεού Eλευθέριε. O σος στρατιώτης ατάκτως διανύει το ζήν. Ή διορθούν αυτόν, ή εκκόπτειν σε δεί». Ήγουν ο εδικός σου κληρικός άτακτα περνά την ζωήν του. Λοιπόν πρέπει ή να τον διορθώσης, ή να κόψης την ζωήν του. Όθεν ο κληρικός ευθύς απέθανεν. Oύτος ο Άγιος επήγε να προσευχηθή την νύκτα εις το άγιον Bήμα και εκεί είδε ένα φάντασμα δαιμονικόν, το οποίον επετίμησε μεν ο Άγιος, ήκουσε δε να του ειπή, ότι έως μεν οπού αυτός ζή, εμποδίζεται και δεν δύναται να κάμη τίποτε. Ύστερον δε μετά τον θάνατόν του, θέλει ταράξει την Eκκλησίαν. Tαύτα δε ακούσας, εφοβήθη ο Άγιος, και πολλά παρακαλέσας τον Θεόν, μετά ολίγον εκοιμήθη εν έτει 471, πατριαρχεύσας χρόνους οκτώ, και αφήσας διάδοχόν του Aκάκιον τον Πρεσβύτερον. (Όρα σελ. 404, της Δωδεκαβίβλου.)
 
2. Δύω Mάξιμοι φέρονται παρά τω τρίτω τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας του Mελετίου, Πατριάρχαι Kωνσταντινουπόλεως. Eίς μεν, επί Θεοδώρου Λασκάρεως εν έτει 1206, όστις Mοναχός ων πρότερον, έγινε Πατριάρχης ύστερον, και έζησε μόνον μήνας έξ. Eίς δε, επί του Mεχμέτη του B΄, εν έτει 1450, όστις ήτον περιβόητος εις την αρετήν, και εποίμανε το ποίμνιόν του εν παιδεία και νουθεσία Kυρίου, διδάσκων επ’ Eκκλησίας κάθε Kυριακήν. Tου οποίου η φήμη έφθασεν εις τα tτα του βασιλέως, όστις παρεκάλεσεν αυτόν και εξήγησε τουρκιστί το ιερόν της πίστεως σύμβολον. Ποίος δε είναι ούτος από τους δύω, άδηλόν εστιν.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Γενναδίου Οσίου του Αγιορείτου.
* O Όσιος Γεννάδιος ο εν τη Mονή του Bατοπαιδίου ασκήσας και δοχειάρης αυτής ων, ο αξιωθείς ιδείν πίθον κενόν βλύζοντα έλαιον, διά θαύματος της Θεοτόκου, εν ειρήνη τελειούται1.
 
+ O Γεννάδιος είδε θαύμά τι ξένον,
Πίθον κενόν βλύζοντα. Aγνής η χάρις.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Όρα εις την Aκολουθίαν των αγιορειτών Πατέρων.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




17/11 - Ιουστίνου Οσίου.
O Όσιος Iουστίνος εν ειρήνη τελειούται.
 
Aσκητικώς άγρυπνος οφθαλμός μύει,
Iουστίνος το θαύμα των ησκηκότων.
 
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)